ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Ατυχής Ληρ, επιτυχής «Γάμος»

Βασιλιάς Ληρ
Σαίξπηρ
Σκην: Στάθης Λιβαθινός
ΚΘΒΕ

Ματωμένος Γάμος
Φεντερίκο Γκαρσία Λόρκα
Σκην: Γιάννης Ιορδανίδης
ΚΘΒΕ

ΚΡΙΤΙΚΗ. Με ρωτούν: Πώς ήταν ο Βασιλιάς Ληρ με τον Νικήτα Τσακίρογλου στη Θεσσαλονίκη; Σου άρεσε ή όχι; Ηταν καλό ή κακό; Τίποτα απ’ όλα αυτά. Η παράσταση που σκηνοθέτησε ο Στάθης Λιβαθινός για το Βασιλικό Θέατρο του ΚΘΒΕ ήταν -κατά τη γνώμη μου- απλώς λάθος. Κι αυτό επειδή: Η τέταρτη από τις μέγιστες τραγωδίες του Σαίξπηρ, που ο ποιητής έγραψε όταν είχε φτάσει στην κορυφαία του ώρα κι όταν ήταν πλέον σαράντα έξι χρόνων -πιθανότατα το 1603- αγγίζει «…τις σφαίρες στις οποίες μόνον ο Αισχύλος είχε ώς τώρα πλανηθεί», όπως αναφέρει ο Αγγελος Τερζάκης στο πρόγραμμα του «Βασιλικού Θεάτρου» -της Αθήνας- την περίοδο 1957 – 58. Η ιστορία του δεσποτικού γερο-βασιλιά που βλέπει τους άλλους να σκύβουν στις προσταγές του και να τον λατρεύουν σαν είδωλο, και που μοιράζει ολόκληρη την περιουσία του στις κόρες του, οι οποίες τελικά τον προδίδουν, εμπεριέχει το βαρύ παράπτωμα που οι αρχαίοι Ελληνες το έλεγαν «ύβρι».

Βαθιά έξαρση

Ομως στο δεύτερο -και αποφασιστικότερο- μέρος της τραγωδίας, όταν ο Ληρ μένει μόνος, εκεί τον βλέπουμε στις ώρες της αυτογνωσίας και του μεγάλου πάθους να επικοινωνεί με τις φυσικές δυνάμεις, να τις επικαλείται και να τις αναστατώνει. Υπάρχει μία βαθιά έξαρση στην κατάληξη της ιστορίας του Ληρ, μία αποθεωτική μεταρσίωση, όπως δεν την έχει συναντήσει κανείς παρά μόνο στον «Οιδίποδα επί Κολωνώ» του Σοφοκλή όταν κι εκεί ο ήρωας πλησιάζει την υπέρτατη και ευδαίμονα σοφία. Ομως, στην παράσταση του ΚΘΒΕ όταν ο γυμνωμένος από πρακτική εξουσία, ξεσπιτωμένος βασιλιάς αντιμετωπίζει και μιλάει σε τιτανική γλώσσα με τα στοιχεία της Φύσης, δηλαδή εκεί ακριβώς που βρίσκεται στην ύψιστη στιγμή του ουσιαστικού μεγαλείου του, στην «κατά Λιβαθινό» εκδοχή παριστάνεται σαν ένας γέρος άνθρωπος του οποίου τα λογικά έχουν σαλέψει και αντιδρά κάνοντας γκριμάτσες.

Εκεί ακριβώς που έχει γιγαντωθεί φανταστικά παρουσιάζεται σαν ένας μικρός ασπρομάλλης γέρος που δεν έχει ΠΛΕΟΝ καμιά συναίσθηση της πραγματικότητας. Ως μία -περίπου- ψυχοπαθολογική περίπτωση άνοιας. Κρίμα. Κρίμα γιατί σε τέτοιους δρόμους έχει οδηγηθεί ένας πρώτης τάξεως ηθοποιός σαν τον Νικήτα Τσακίρογλου. Ο «Βασιλιάς Ληρ» δήλωνε σε συνεντεύξεις του ο Στάθης Λιβαθινός «επιχειρεί να προσεγγίσει όλους εκείνους που και σήμερα έχουν λόγους να θυμώσουν. Και τους γονείς και τους γιους». Και πως δεν είναι παρά ένα σκληρό παραμύθι όπου το πάθος των νέων ανθρώπων για μια ανεξάρτητη ζωή συγκρούεται με το πείσμα και τον παραλογισμό των γέρων. Επίσης, έλεγε πως είναι «η τραγική ιστορία τρελών που οδηγούν τυφλούς, αλλά και γέρων που γεννάνε αχάριστα παιδιά, η οποία παραμένει επίκαιρη όσο ποτέ». Μα προς Θεού!

Ροκ παράσταση

Μόνο ο επιδερμικός παρατηρητής ή «κι ένας αλύτρωτα υποδουλωμένος στην ευτελέστερη λογοκρατία» όπως τόνιζε κι ο Α. Τερζάκης, θα το έβλεπε έτσι. Τέλος πάντων. Τούτος ‘δω ο «Βασιλιάς Ληρ» διαφημίστηκε σαν μια ροκ παράσταση, με τη -ζωντανή- συνοδεία μπάσου, ηλεκτρικής κιθάρας και τύμπανου σε μια μουσική που έγραψε ειδικά για την παράσταση ο Θόδωρος Αμπατζής. Και με πολλά -πάρα πολλά- σούρτα φέρτα. Εχοντας ακόμα ολοζώντανη την μνημειώδη ερμηνεία του Βρετανού ηθοποιού Ιαν ΜακΚέλλεν, στον ίδιο ρόλο -στη σκηνοθεσία του Τρέβορ Ναν- όταν το «Royal Shakespeare Company» επισκέφθηκε τη Θεσσαλονίκη για την Πολιτιστική Πρωτεύουσα -και κάνοντας τη σύγκριση με τον τωρινό «εκπολιτισμένο Ληρ»- δεν μένει παρά να μονολογήσει κανείς με τα λόγια του βάρδου «εσένα δεν σε μαγάρισε ποτέ ο πολιτισμός, εσύ μένεις φτωχό, γυμνό, δίποδο ζώο» (Πράξη γ, Σκ. 4, 110-113).

Η έκπληξη

Ακούγοντας ότι και η άλλη «μεγάλη παράσταση» του ΚΘΒΕ ο «Ματωμένος Γάμος» του Φεντερίκο Λόρκα ήταν κι αυτή «εκσυγχρονισμένη» με μοντέρνα κοστούμια, με μοτοσικλέτες, με τραβεστί και τζάνκηδες κουμπώθηκα πριν πάω να δω το έργο στη σκηνοθεσία του Γιάννη Ιορδανίδη για τον οποία είχα μόνιμες επιφυλάξεις μέχρι τώρα. Εκπληξη! Ηταν όχι μόνο η καλύτερη του δουλειά -απ’ όσες τουλάχιστον έχω δει- αλλά κι αυτή όπου όλες οι λεγόμενες εκκεντρικότητες μπορούσαν να θεμελιωθούν. Πέρα από κάθε γλυκερό συναισθηματισμό με τον οποίο συνήθως μας σερβίρουν το τόσο προσφερόμενο για παρόμοιες γλυκερές γαρνιτούρες «Γάμο», με μία δωρική, «μπρεχτική» στην αυστηρότητά της Αντιγόνη Βαλάκου στο ρόλο της μάνας και με μερικούς εξαιρετικούς νέους ηθοποιούς (Βασίλης Μπισμπίκης, Ερρικα Μπίγιου, Καλλιόπη Ευαγγελίδου, Στάθης Παναγιωτίδης, ο τραγουδιστής Κωνσταντίνος Καϊκής) αλλά και παλαιότερους (Κίμων Ρηγόπουλος, Γιάννης Σιαμσάρης, Ιφιγένεια Δεληγιαννίδη) η παράσταση στέκεται ολοκληρωμένα και στέρεα στα πόδια της.