ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Προ-βολες

Η ουρά όσο πήγαινε και μεγάλωνε. Για τρία λεπτά… Παραδείσου! Τόση ήταν η διάρκεια της performance την οποία μπορεί να δει το κοινό με ελεύθερη είσοδο μέχρι και την Παρασκευή στο γκαράζ της Πειραιώς 260. Τέσσερις τέσσερις έμπαιναν στον μικρό χώρο με το άσπρο χρώμα, άμεση αντίστιξη με το γκρίζο χρώμα του γκαράζ. Ολοι γνωρίζαμε ότι ένα εκτυφλωτικό φως θα συμβόλιζε την είσοδο στον Παράδεισο. Κοιτάζαμε αυτούς που έβγαιναν να δούμε τις αντιδράσεις τους. «Ηταν συγκλονιστικό», έλεγαν μερικοί. Κάποιοι άλλοι ήταν αμίλητοι σαν σφίγγες.

Η ώρα περνούσε. Μας περίμενε η έναρξη της «Κόλασης» του πρώτου μέρους της «Θείας Κωμωδίας» κατά Ρομέο Καστελούτσι. Αφήσαμε την ουρά έξω από το γκαράζ και κατευθυνθήκαμε προς τον Χώρο Δ, τη μεγάλη αίθουσα της Πειραιώς 260. Ο κόσμος πολύς (για άλλη μια φορά και πολλοί Ελληνες ηθοποιοί, από όλες τις γενιές). Τα τρία σκυλιά έκαναν τη βόλτα τους στον χώρο του μπαρ -με τον εκπαιδευτή τους φυσικά- λίγο πριν «παίξουν» τον δικό τους ρόλο στην παράσταση. «Τα ζώα στη σκηνή αποτελούν μια πραγματική και όχι μιμητική εικόνα του κόσμου», λέει στο βιβλίο της για τον Καστελούτσι και τη θεατρική του οπτική η Ελενα Παπαλεξίου («Οταν ο λόγος μετατρέπεται σε ύλη», εκδ. Πλέθρον).

Η παράσταση άρχισε. Το κοινό που πλημμύρισε τον τεράστιο Χώρο Δ περίμενε με διαφορετικά και εναλλασσόμενα συναισθήματα. Δέος, έκπληξη, θαυμασμό, αγωνία, φόβο. Η «Κόλαση» είχε πολλές εναλλαγές, πολλές εκπλήξεις, πολλά κρυμμένα μυστικά. Είχε βία, τρυφερότητα, μοναξιά, αλλά και μεγαλείο. Και είχε όλες τις ηλικίες: παιδιά, νέους, γέρους. Το τεράστιο άσπρο πανί που σκέπασε όλους τους θεατές για λίγο (αλληγορία του σάβανου) ήταν μια αίσθηση συμμετοχής αλλά και μια υπενθύμιση της κοινής μοίρας των θνητών.

Βγήκαμε στο υπαίθριο μπαρ του Φεστιβάλ εκστασιασμένοι και ζαλισμένοι από αυτή την εικαστική «κάθοδο» στον Αδη. Προσπαθούσαμε να ενώσουμε το τεράστιο παζλ της Κόλασης, έτσι όπως την είδε ο Καστελούτσι. Προσπαθούσαμε να εικονοποιήσουμε στο μυαλό μας το δέος. Ο Παράδεισος μπορεί να περιμένει…