Η καταγωγή και η εξέλιξη της Δημοκρατίας

Η καταγωγή και η εξέλιξη της Δημοκρατίας

5' 1" χρόνος ανάγνωσης
Ακούστε το άρθρο

«Η Δημοκρατία. Ιστορία μιας Ιδεολογίας». Μετάφραση: Π. Σκόνδρας. Εκδόσεις «Μεταίχμιο», Αθήνα 2009, σ. 538.

ΠΟΛΙΤΙΚΗ. Στο βιβλίο αυτό ο Λουτσιάνο Κάνφορα ασχολείται γενικώς με τη δημοκρατία, την ιστορική καταγωγή και εξέλιξή της, από την αρχαία Ελλάδα έως σήμερα. Στην ανασκόπηση όμως αυτή η έννοια της δημοκρατίας υφίσταται πολλές κακοποιήσεις, μερικές από τις οποίες θα εξετάσουμε στο παρόν κείμενο.

Ασάφειες

Κατ’ αρχάς θα πρέπει να επισημανθεί ότι τα κριτήρια του Κάνφορα για τον καθορισμό των πολιτευμάτων είναι ασαφή και συγκεχυμένα. Ορίζει λ.χ. τη δημοκρατία γενικώς και αορίστως ως «ένα φαινόμενο ασταθές: είναι η (προσωρινή) επικράτηση των μη εχόντων σε μια αδιάκοπη σύγκρουση για την ισότητα, έννοια που με τη σειρά της διευρύνεται ιστορικά και περικλείει όλο και νεότερα και πιο αμφισβητούμενα δικαιώματα» (σ. 430).

Χρησιμοποιεί επίσης τη φράση του Bobbio «η ουσία της δημοκρατίας είναι ο εξισωτισμός», χωρίς να εξηγεί τι σημαίνει εξισωτισμός. Αναφέρει όμως αλλού (σ. 409-411, 417) ως «δημοκρατική αρχή», την αρχή της αναλογιστικής αντιπροσώπευσης («ένας άνθρωπος / μία ψήφος»). Ο «εξισωτισμός» λοιπόν είναι η ισότητα της ψήφου στο αναλογικό εκλογικό σύστημα, το οποίο ο Κάνφορα θεωρεί ως χαρακτηριστικό της δημοκρατίας, και τοποθετεί την εμφάνισή της στο β΄ μισό του 20ού αιώνα. Αποδίδει δε την πραγματοποίησή της στον αντιφασισμό: «όταν ανέκυψαν αιτήματα ισότητας που ικανοποιήθηκαν σε λιγώτερο ή περισσότερο μακροχρόνια βάση» (σ. 430).

Στην ίδια σελίδα δηλώνει ότι η δημοκρατία δεν έχει σχέση με το «μεικτό σύστημα». Προσπαθώντας να περιγράψει αυτό το «μεικτό σύστημα» προσφεύγει στους χαρακτηρισμούς «λίγη δημοκρατία και πολλή ολιγαρχία» (σ. 408), «ημι-ολιγαρχικό σύστημα» (σ. 430), «ολιγαρχική δημοκρατία» (σ. 428), «δυναμική ολιγαρχία με πυρήνα τη μεγάλη συγκέντρωση πλούτου» και την επικράτηση των ανωτέρων και μεσαίων στρωμάτων. Το «μεικτό» πολίτευμα στηρίζεται στο πλειοψηφικό-μονοεδρικό εκλογικό σύστημα, που έχει ως συνέπεια να αποκλείει από την κοινοβουλευτική παρουσία τα ακραία και ανεπιθύμητα κόμματα.

Εγείρονται όμως τα ερωτήματα: Στην περίπτωση του αναλογικού εκλογικού συστήματος δεν υπάρχει «μεγάλη συγκέντρωση πλούτου»; Δεν υπάρχει «επικράτηση των ανωτέρω και μεσαίων στρωμάτων»; Δεν υφίσταται ολιγαρχική διακυβέρνηση; Τα ερωτήματα αυτά παραμένουν αναπάντητα και περιπλέκονται πιο πολύ όταν γράφει ότι η δημοκρατία δεν αποτελεί μορφή ή τύπο πολιτεύματος, αλλά «μπορεί να υπάρχει ή να υπάρχει μόνο εν μέρει ή να μην υπάρχει καθόλου» (σ. 474). Ετσι θεωρεί ότι η αθηναϊκή δημοκρατία του 5ου – 4ου αιώνα π.Χ. δεν ήταν δημοκρατία, και ότι τα ανελεύθερα καθεστώτα των «λαϊκών δημοκρατιών» στην Ανατολική Ευρώπη ήταν ατελείς δημοκρατίες όπως και αυτά στον δυτικό κόσμο.

Εννοιολογικό αδιέξοδο

Είναι εμφανές το εννοιολογικό και πολιτικό αδιέξοδο στο οποίο βρίσκεται ο Κάνφορα, πράγμα που τον οδηγεί σε ελλιπή κατανόηση και περιγραφή όχι μόνο της δημοκρατίας και του κοινοβουλευτισμού, αλλά και του ολοκληρωτισμού.

Πράγματι, αναζητώντας τους λόγους της αποτυχίας των καθεστώτων του «υπαρκτού σοσιαλισμού», όπως τα ονομάζει (σ. 432-435), δεν αναφέρει την έλλειψη ελευθερίας, την κατάργηση των άλλων πολιτικών δυνάμεων, την παντελή απουσία βασικών ανθρωπίνων δικαιωμάτων και αγαθών πρώτης ανάγκης, τις εξοντώσεις των αντιπάλων και των διαφωνούντων, τα στρατόπεδα συγκεντρώσεως, τα ψυχιατρεία, τα Γκουλάγκ, τα είκοσι εκατομμύρια των θυμάτων της κομμουνιστικής καταστολής.

Αναφερόμενος επίσης στην εμφύλια σύρραξη Λευκών και Κόκκινων κάνει λόγο για τη «μακρά φάση της μετέπειτα δικτατορίας» χωρίς να την προσδιορίζει. Φροντίζει βεβαίως να την σχετικοποιήσει, αποδίδοντάς την γενικώς στην ανθρώπινη φύση (sic), η οποία παραμένει αναλλοίωτη από τους αρχαίους χρόνους και μέχρι τη Ρωσική Επανάσταση, λειτουργώντας «ως γρανιτένιο υπόστρωμα στην εξέλιξη των γεγονότων» (σ. 456). Ενώ επίσης γράφει ότι το «κράτος των εργατών μεταμορφώθηκε σε ιδεολογική αυτοκρατορία» σπεύδει αμέσως να το σχετικοποιήσει, γράφοντας ότι η μεταμόρφωση αυτή ήταν «κάτι παρόμοιο με τη Γαλλία μετά τη Συνθήκη του Campo Formio, αλλά σε μεγαλύτερη κλίμακα» (σ. 445).

Για την μπρεζνιεφική περίοδο ο Ιταλός φιλόλογος χρησιμοποιεί τον χαρακτηρισμό «απολυταρχία» (σ. 463) και για την κατάσταση που προέκυψε μετά την πτώση του κομμουνιστικού καθεστώτος μιλάει για «ιστορική τερατογένεση» (σ. 435). Ομως δεν έχει καμιά άσχημη έκφραση για την όντως τερατώδη σταλινική περίοδο. Αντιθέτως, αναφερόμενος στο σταλινικό κράτος, το χαρακτηρίζει «πελώριο εργαστήριο» και κατηγορεί την «κίβδηλη ιστοριογραφία» που το υποβιβάζει σε ένα είδος γιγαντιαίου στρατοπέδου κράτησης» (σ. 334). Εν συνεχεία εγκωμιάζει τον οικονομικό προγραμματισμό του «πρώτου πενταετούς σχεδίου» και τη «μεγάλη καινοτομία» του Συντάγματος του 1936. Η τελευταία συνίστατο, σύμφωνα με τον Κάνφορα, στην «προτεραιότητα που έδινε… στην περιγραφή της κοινωνικής οργάνωσης, στη ρύθμιση της ιδιοκτησίας και των κοινωνικών δικαιωμάτων». Είναι χαρακτηριστικό ότι προσπαθώντας να απαλύνει τις τερατωδίες και τα εγκλήματα της σταλινικής περιόδου, κάνει λόγο για «γεγονότα στη διάρκεια των οποίων ανθρώπινα πλάσματα υπέφεραν πολλές φορές μάλιστα βάναυσα» (σ. 464). Σπεύδει βεβαίως αμέσως να σχετικοποιήσει τα «γεγονότα» αυτά γράφοντας: «Αλλά μια τέτοια θεώρηση δεν ισχύει μόνο για τη Ρωσική Επανάσταση, ισχύει για όλους τους βίαιους παράγοντες αλλαγής, με τους οποίους είναι συνυφασμένη η ιστορία…»

Συστηματικές αποσιωπήσεις

Χαρακτηρίζει μάλιστα την ΕΣΣΔ «πρωτοπορία της επιστήμης και διαποτισμένη απ’ άκρη σ’ άκρη από τον πιο συστηματικό εκπολιτισμό της μάζας που γνώρισε ποτέ ο κόσμος» (σ. 463). Ομως δεν μπορεί ο «εκπολιτισμός της μάζας» να προέρχεται από δικτατορίες, απολυταρχίες και ολοκληρωτισμούς, από την επικράτηση της ανελευθερίας και της αστυνόμευσης, από την εφιαλτική κυριαρχία του μοναδικού κόμματος – κράτους και της KGB. Οι καταστάσεις αυτές δημιουργούν μόνο βαρβαρότητα, τα αποτελέσματα της οποίας ήρθαν στο φως μετά την κατάρρευση του κομμουνιστικού καθεστώτος: απουσία συνεκτικού δεσμού μεταξύ των ανθρώπων, μίσος μεταξύ των επιμέρους εθνοτήτων, πόλεμοι, ένδεια, μαζική πορνεία, κυριαρχία από κάθε είδους μαφίες (οικονομικές, κοινωνικές, κρατικές, κομματικές) και μαζική φυγή απελπισμένων στον Δυτικό κόσμο προς ανεύρεση καλύτερης ζωής.

Δεν είναι τυχαίο που στο εν λόγω βιβλίο δεν υπάρχει καμιά αναφορά σε συγγραφείς όπως ο Κ. Popper, η H. Arendt, ο C. Lefort, ο Κ. Παπαϊωάννου και ο Κ. Καστοριάδης, οι οποίοι ανέλυσαν το φαινόμενο του ολοκληρωτισμού στις χαρακτηριστικές μορφές του, τον χιτλερισμό και τον σταλινισμό. Ούτε καν αναφέρονται οι έγκαιρες προειδοποιήσεις της Ρόζας Λούξεμπουργκ στους μπολσεβίκους, από το 1904 και το 1918. Η αποφυγή αυτών των συγγραφέων είναι σκόπιμη, αφού ο Κάνφορα διακατέχεται από παλαιοκομμουνιστικό πνεύμα, με συνέπεια να χάνει και την έννοια της δημοκρατίας και την έννοια του ολοκληρωτισμού. Οι αποσιωπήσεις του βιβλίου που επισημάναμε, αλλά και πολλές άλλες, στρέφονται όχι μόνο κατά της ιστορικής αλήθειας, αλλά κυρίως κατά της δημοκρατίας και της ελευθερίας και υπέρ μιας «ιακωβίνικης» ή βοναπαρτιστικής διακυβέρνησης, όπως φαίνεται στις περισσότερες αναπτύξεις του Κάνφορα.

Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή
MHT