Δίκαιο με βάση τις ηθικές αξίες

3' 57" χρόνος ανάγνωσης
Ακούστε το άρθρο

Cesare ΒeccariaΠερί Εγκλημάτων και Ποινών

Μετάφραση – Επιμέλεια – Εισαγωγή: Χριστίνα Ακριβοπούλου, Αθηνά Σίμογλου

Πρόλογος: Αρης Στυλιανού

εκδ. Σαββάλας, Αθήνα, 2009

«…οι όροι διαφθορά και αρετή έχουν γίνει ασαφείς και
ρευστοί και οι άνθρωποι νιώθουν αβέβαιοι για την ίδια
τους την ύπαρξη, γεγονός που προκαλεί λήθαργο
και θανάσιμο ύπνο στα πολιτικά σώματα»

Ο σημερινός αναγνώστης των Αθλίων του Βίκτωρος Ουγκώ νιώθει αγανάκτηση με την εξωπραγματική καταδίκη του Γιάννη Αγιάννη σε πέντε χρόνια κάθειρξη επειδή έκλεψε ένα καρβέλι ψωμί. Ο σημερινός αναγνώστης έχει στα χέρια του λογοτεχνικά αριστουργήματα όπως αυτό του Ουγκώ, το Εγκλημα και Τιμωρία του Ντοστογιέφσγκι, τη Φόνισσα του Παπαδιαμάντη και άλλα πολλά. Η λογοτεχνία όμως έφτασε σ’ αυτό το σημείο ακολουθώντας τη θεωρία: «Η αμεσότητα των ποινών γεννά μεγάλα οφέλη, γιατί όσο μικρότερο είναι το χρονικό διάστημα ανάμεσα στην ποινή και το έγκλημα, τόσο εντονότερα και διαρκέστερα συνδέονται στην ανθρώπινη ψυχή οι δύο αυτές ιδέες, το έγκλημα και η τιμωρία, έτσι ώστε ασυναίσθητα το ένα να θεωρείται αιτία και το άλλο η αναγκαία και αναπόδραστη συνέπεια», γράφει ο Τσέζαρε Μπεκαρία στο περίφημο κείμενο «Περί Εγκλημάτων και Ποινών» που πρωτοεμφανίστηκε το 1764 κι έτσι προτείνει κάτι που σήμερα μοιάζει αυτονόητο, την άμεση σύνδεση του αδικήματος με τις ποινικές επιπτώσεις του και την αναλογία μεταξύ εγκλήματος και ποινής. Παρόλο που έχουν περάσει περίπου δυόμισι αιώνες από την πανηγυρική δημοσίευση του κειμένου, πολλές από τις προτάσεις του, παρά τον λογικά αυτονόητο χαρακτήρα τους είτε δεν έχουν βρει ακόμη την πρακτική τους εφαρμογή είτε εξακολουθούν να προβληματίζουν.

Ανακατατάξεις

Στα μέσα του 18ου αιώνα τα έθνη-κράτη σχηματίζονται, οι εθνικές ιδέες μόλις που έχουν βρει την πολιτική τους έκφραση, αναταραχές κι επαναστάσεις συνοδεύουν πολιτικές, οικονομικές και κοινωνικές μεταβολές, η σύγχρονη δημοκρατία και η σύνταξη των πρώτων συνταγμάτων κάνουν την εμφάνισή τους. Σ’ αυτή την ανήσυχη και αισιόδοξη εποχή, η αναθεώρηση του νομικού συστήματος, της νομοθεσίας, του Ποινικού Κώδικα και της απονομής δικαιοσύνης είναι επιτακτική και αναγκαία.

Υπέρμαχος της πεφωτισμένης μοναρχίας, των «ήρεμων και ελεύθερων καθεστώτων», πολέμιος κάθε μορφής τυραννίας και δεσποτισμού, επηρεασμένος από το Κοινωνικό Συμβόλαιο του Ρουσσώ και τα έργα άλλων διαφωτιστών, εμπνευσμένος από το έργο του Μοντεσκιέ: «Το Πνεύμα των Νόμων» και οπαδός ωφελιμιστικών θεωριών, ο Μπεκαρία ήθελε να διαδώσει στη χώρα του ιδέες όπως η ισότητα και η ελευθερία, επιθυμούσε να μεταλαμπαδεύσει τις θεωρίες του σκωτικού διαφωτισμού και ήλπιζε με το έργο του να βοηθήσει στη διαμόρφωση και τη μεταρρύθμιση του Ποινικού Κώδικα αλλά και στην αναμόρφωση των ηθικών αξιών που συνοδεύουν κάθε φιλοσοφία του δικαίου. Το κείμενό του έγινε το θεμέλιο πάνω στο οποίο στηρίζονται οι σύγχρονες θεωρίες ποινικού δικαίου, ενώ η επιτυχία του οφείλεται στον πολυδιάστατο χαρακτήρα του, καθώς δεν αποτελεί στείρο και σχολαστικό κείμενο αλλά συνοδεύεται από φιλοσοφικές απόψεις και κοινωνικοπολιτικές παρατηρήσεις, επωφελείται από τις μεθόδους και τα συμπεράσματα των επιστημών και χρησιμοποιεί, όπως όλοι οι διαφωτιστές, ύφος ζωντανό και γλαφυρό.

Μεταρρύθμιση

Στο κείμενο βρίσκουμε τα πρώτα επιχειρήματα για τη μεταρρύθμιση του Ποινικού Κώδικα, για τη διάκριση της εξουσίας του νομοθέτη και του δικαστή και για τη σαφή οριοθέτηση των αρμοδιοτήτων τους, υποδείξεις για τον απαραίτητα ορθολογικό χαρακτήρα του δικανικού συστήματος. Η θεωρία του στηρίζεται στην αρχή ότι όλοι οι άνθρωποι έχουμε ελεύθερη βούληση για να αποφασίζουμε τις πράξεις μας σύμφωνα με τις επιθυμίες και το συμφέρον μας, επιδιώκοντας την ευδαιμονία αλλά με απόλυτο σεβασμό στους νόμους οι οποίοι οφείλουν να εξασφαλίζουν την ειρηνική, ασφαλή και ελεύθερη συμβίωση των ανθρώπων.

Παρόλο που το έργο του εγείρει ακόμη συζητήσεις και διαμάχες έχει μείνει γνωστό στην ιστορία κυρίως για τα λογικά επιχειρήματα κατά της θανατικής ποινής και ενάντια στα βασανιστήρια, επιχειρήματα που εμφανίστηκαν τότε για πρώτη φορά. «Μου φαίνεται παράλογο», γράφει μεταξύ άλλων, «οι νόμοι, που αποτελούν έκφραση της κοινής βούλησης και που αποστρέφονται και τιμωρούν την ανθρωποκτονία, να γίνονται ανθρωποκτόνοι οι ίδιοι, και με στόχο να αποτρέψουν τους πολίτες από το φόνο να διατάζουν μια δημόσια δολοφονία». Το κείμενο όμως προκαλεί κι άλλες κοινωνικοπολιτικές συζητήσεις, θίγει επίκαιρα ζητήματα όπως η μετανάστευση, το άσυλο, η αυτοκτονία, οι μυστικές καταγγελίες, η οπλοχρησία, το λαθρεμπόριο, οι εκτρώσεις και άλλα.

Αγριότητα

Ο σύγχρονος άνθρωπος βρίσκεται συχνά μπροστά στην αδικία, σε δύσκολες συνθήκες που διαστρεβλώνουν την ηθική και την αξιοπρέπειά του, αντιμετωπίζει καταστάσεις, μεμονωμένα ή όχι γεγονότα, η αγριότητα και η ανηθικότητα των οποίων τον ξεσηκώνουν και την ίδια στιγμή τον αφήνουν άφωνο.

Στην Ελλάδα, η τελευταία εκτέλεση για ποινικό αδίκημα έγινε το καλοκαίρι του 1972 ενώ από το 1974 έπαψαν οι καταδίκες σε θάνατο. Νομοθετικά καταργήθηκε το 1994 και συνταγματικά το 2001. Η αναφορά σε παράνομα βασανιστήρια όμως δεν νομίζω ότι μας εκπλήσσει, ιδίως όταν η άδικη βία είναι κάτι που οι περισσότεροι έχουμε έστω κι από μακριά συναντήσει στους δρόμους της καθημερινότητάς μας. Η αισιοδοξία του Μπεκαρία ότι οι άνθρωποι θα καταφέρουν να υπερβούν τα στοιχειώδη εμπόδια που τους δεσμεύουν σε άδικες κοινωνικές καταστάσεις είναι ένα από τα καλύτερα σημεία του κειμένου.

* H Μαγδαληνή Τσεβρένη είναι πολιτική επιστήμων.

Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή
MHT