ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Ξένοι μεταξύ τους αλλά και με τον ίδιο τους τον εαυτό

ΚΑΡΥΛ ΦΙΛΙΠΣ

Μακρινή ακτή

μετ.: Ρένα Χατχούτ

εκδ. Scripta

Υπάρχουν μερικά βιβλία που έρχονται πραγματικά στην ώρα τους σε μια χώρα και μια κουλτούρα. Ενα από αυτά είναι η «Μακρινή Ακτή», το έβδομο μυθιστόρημα του πολυγραφότατου συγγραφέα και δραματουργού Κάρυλ Φίλιπς που, απόγονος σκλάβων, γεννημένος στην Καραϊβική και μεγαλωμένος στο Ληντς, διδάσκει σήμερα στο Γέηλ. Το βιβλίο του δεν είναι επίκαιρο μόνο επειδή μιλάει για τον ρατσισμό, τον κυνηγημένο ξένο που συναντούμε καθημερινά σε κάθε μας διαδρομή. Αλλά γιατί μιλάει για ξένους που έρχονται να ζήσουν ανάμεσα σε ντόπιους που είναι εξίσου ξένοι, μεταξύ τους και στον ίδιο τους τον εαυτό – εξεικονίζοντας τη γνωστή θέση της Κρίστεβα για την «ανησυχητική ξενότητα» και τη σχέση της αποξένωσης με την απόρριψη του ξένου, μέσα σε έναν έρημο και εχθρικό κόσμο που αρνείται να δει το πρόσωπό του στον καθρέφτη.

Αν η μακρινή ακτή είναι η σωτηρία που ονειρεύονται οι δύο πρωταγωνιστές του βιβλίου, η συνταξιούχος δασκάλα της μουσικής Ντόροθι και ο μοναδικός έγχρωμος του χωριού Σόλομον, η επαρχία της Βόρειας Αγγλίας όπου ζουν είναι ένα ασφυκτικό πανοπτικόν, στο οποίο η ποικιλότροπη τιμωρία του διαφορετικού αντισταθμίζει τη μιζέρια και την υποκρισία της καθημερινότητας. Ο Φίλιπς, με μια δυναμική, πολυεστιακή αφήγηση, εκμεταλλεύεται στο έπακρο το ανείπωτο και το αμφίσημο, που παράγουν διαρκείς ανατροπές, για να υπερβεί τόσο τη δαιμονοποίηση όσο και την αγιοποίηση του ξένου – αντιμετωπίζοντάς τον ως άνθρωπο που μετέχει στη θεμελιακή συνθήκη της ανθρώπινης ατέλειας. Και να επεκτείνει την έννοια του ξεριζωμού και στους ντόπιους «ξένους», αποφεύγοντας κάθε διδακτισμό και ηθικολογία – παρότι η θέση του είναι, νομίζω, σαφής, ο απλός παρατηρητής των μικρών και μεγάλων εγκλημάτων είναι συμμέτοχος σε αυτά.

Παρατηρητής

Στο πρώτο μέρος του βιβλίου, που ξεκινά με τον βαρυσήμαντο και πολύσημο «Η Αγγλία έχει αλλάξει» (το οποίο κάλλιστα θα μπορούσαμε να διαβάσουμε ως «Η Ελλάδα έχει αλλάξει»), η αξιοπρεπέστατη, μοναχική και αντιφατική Ντόροθι υποφέρει από στρες λόγω των πολλαπλών απωλειών που έχει υποστεί σε μικρό χρονικό διάστημα, λόγω μιας ζωής γεμάτης παραχωρήσεις ενάντια στον εαυτό, δειλία και εγκατάλειψη. Παρατηρεί γύρω της τον κόσμο να αλλάζει, με ανάμεικτα συναισθήματα, αγκιστρωμένη στο παρελθόν και μονίμως επανερχόμενη στις αντιλήψεις και τα στερότυπα των γονιών της, ειδικά του πατέρα της. Εχει παρακολουθήσει την αγγλική νεολαία να χάνει την περιέργειά της για μάθηση, την πολυπόθητη πολυκλαδική εκπαίδευση, αντί να γεφυρώνει το ταξικό χάσμα, να ξεχαρβαλώνει ολόκληρο το εκπαιδευτικό σύστημα. Περιφρονεί τους αστέγους ως ανθρώπους που δεν προσπαθούν αρκετά. Σιχαίνεται τους χούλιγκανς και την ψευτοπαλικαριά τους. Παρότι όμως έχει μεγαλώσει με το μίσος των εγχρώμων, αναρωτιέται πώς μπορεί να μισεί κανείς ανθρώπους σαν τον γείτονά της, τον Σόλομον, τον επιστάτη του συγκροτήματος όπου μένει. Εναν πολύ καθαρό, πολύ ευγενικό, πολύ τυπικό νέο άντρα που δεν μιλά σε κανέναν και απλώς κάνει τη δουλειά του και με τον οποίο αναπτύσσει πολύ αργά και πολύ διστακτικά μια φιλική σχέση.

Διλήμματα

Ο Φίλιπς παρέχει πολύ νωρίς τη λύση της πλοκής: ο Σόλομον βρίσκεται νεκρός μπρούμυτα στο κανάλι και η Ντόροθι σε κάποια νευρολογική κλινική. Και τα πράγματα, παρότι αμφίσημα, δείχνουν αρκετά απλά. Στη συνέχεια όμως τα πρόσωπα αποδομούνται και οι καταστάσεις επαναπροσδιορίζονται υπό άλλες οπτικές γωνίες, θέτοντας τον αναγνώστη μπροστά σε δύσκολα διλήμματα. Ο Σόλομον λέγεται Γκέιμπριελ και, ως αιματοβαμμένος διοικητής μονάδας σε κάποιο αντάρτικο στρατό της Αφρικής, Γεράκι. Είδε να σφάζουν την οικογένειά του εξαιτίας του και σκότωσε τον ευεργέτη του για να φύγει από την πατρίδα του. Πέρασε από σαράντα κύματα έως ότου βρεθεί στην Αγγλία, όπου αμέσως φυλακίστηκε, δικαίως ή αδίκως, για βιασμό. Η Ντόροθι συνταξιοδοτήθηκε πρόωρα μετά μια καταγγελία για σεξουαλική παρενόχληση συναδέλφου της. Δεν στήριξε την αδελφή της μαθαίνοντας την αιμομικτική σχέση της με τον πατέρα της (είναι εντυπωσιακή η ερώτησή της γιατί δεν προτίμησε αυτήν), που ωστόσο δεν ονομάζεται ρητά. Είχε σχέσεις με τον Ινδό εφημεριδοπώλη και με τον εν λόγω συνάδελφο. Μήπως και με τον Σόλομον; Μήπως ο αντιρατσισμός της είναι το άλλο όνομα του πόθου; Κι από την άλλη, μήπως η απόρριψη των άλλων είναι απόρριψη της επιμειξίας; Η γυναίκα του Ινδού, πάντως, η οποία στην πορεία φέρεται σαν Αγγλίδα, καπνίζοντας και παραμελώντας το μωρό της, δίνει μια άλλη εικόνα της «αφομοίωσης», όπως και η ιστορία του Ινδού σχολιάζει το πόσο απλουστευτικό και παραπλανητικό είναι το συλλογικό υποκείμενο «οι ξένοι». Ποια είναι η δεσπόζουσα στην προσωπικότητα των προσώπων αυτών, βάσει της οποίας μπορούν να κριθούν ή έστω να ερμηνευτούν και σε ποιο πλαίσιο; Πού σταματά η αλήθεια και πού αρχίζει η αυτο-παρουσίαση; Και αν οι καλοί δεν είναι καλοί, μήπως και οι κακοί δεν είναι κακοί; Ή μήπως απλώς σε έναν κόσμο που σπαράσσεται από κρυφούς και ανοιχτούς πολέμους, οι διακρίσεις αυτές δεν έχουν νόημα;

Επίκαιρο

Αυτή η πολυπλοκότητα, στην οποία στέκεται και επιμένει ο Φίλιπς, είναι ο λόγος για τον οποίο το βιβλίο του είναι απολύτως επίκαιρο. Επειδή δεν μπορούμε πια να ερμηνεύουμε την πραγματικότητα με τα μανιχαϊστικά δίπολα του παρελθόντος και το σύνθετο των πραγμάτων απαιτεί νέους τρόπους σκέψης και προσέγγισης, έτσι ώστε να συνεχίσει να υπάρχει η δυνατότητα μιας φωτεινής επόμενης μέρας. Ενα πολύ πικρό, πολύ θλιμμένο κείμενο, που επιβεβαιώνει την ικανότητα της μεγάλης λογοτεχνίας να προσφέρει την απόλαυση του κειμένου τροποποιώντας το βλέμμα μας στον κόσμο.