ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Χρώματα, εποχές στο μπλέντερ

Αριστοφάνης

Ορνιθες

σκην.: Σωτήρης Χατζάκης

Θέατρο: Βράχων (Φεστιβάλ Αθηνών)

Πόσο ευτυχής η συγκυρία να ανασύρω την ξεχασμένη ποιητική συλλογή του Τάσου Λιγνάδη και να βρω και στίχο να ταιριάζει κάπως με την ουράνια άνοδο του Πεισθέταιρου στη Νεφελοκοκκυγία! Ευτυχής συγκυρία μνήμης περισσότερο, μια και ο προκάτοχος της στήλης, ο σπουδαίος Τάσος Λιγνάδης, ανέβηκε στον ουρανό των άξιων και των αξιών, πριν από 20 ακριβώς χρόνια, τέλη Αυγούστου του 1989. Επέτειος τιμής και αγάπης λοιπόν, για έναν άνθρωπο που τόσα προσέφερε στα ελληνικά γράμματα κι ακόμα περισσότερα στην αριστοφανική μελέτη.

Ο Σωτήρης Χατζάκης σκηνοθέτησε τους «Ορνιθες» θύοντας πρωτίστως στο βωμό αποφυγής κάθε αγχιστείας της παράστασής του με την παλαιά, τροπαιοφόρα, κλασική των Κουν – Χατζιδάκι. Κατανοώ πλήρως τον σχετικό φόβο κάθε μετακουνικού Ελληνα σκηνοθέτη που αναλαμβάνει να αναδείξει εκ νέου την υπέροχη, λυρική αριστοφανική κωμωδία. Αλλά…

Μορφολογικά ο Χατζάκης χρησιμοποίησε πολύ δουλεμένο (Δημ. Σωτηρίου) τσιρκολάνικο Χορό (σπανίως άκουγες όμως τα χορικά), υφολογικά αναποφάσιστες, συχνά φελινικές και πολύ ηχηρές μουσικές (Μίνως Μάτσας), αδικαιολόγητα πολλές περικοπές του κειμένου ειπωμένες στο αρχαίο, αργότερα στυλ καμπαρέ μεσοπολέμου με κομπέρ (συμπαθής η προσπάθεια του Νίκου Καρδώνη) και τέλος συνθηματολογία Μάη του ’68 αλλά και πουλιά-μαοϊκούς εργάτες, οριστικά θύματα της ουτοπίας του υπαρκτού σοσιαλισμού και φρέσκους υποτελείς του νέου δικτάτορα Πεισθέταιρου.

Υπάρχει ένα μεγάλο θετικό στοιχείο σ’ αυτή την εντελώς ετερογενή και φανταιζίστικη έως και επιθεωρησιακή προσέγγιση: το γεγονός ότι, παρά την ανομοιομορφία, τις υπερβολές και τις λεκτικές αθυροστομίες της, τελικά δεν είχε μεταμοντερνιστική ταυτότητα. Βασίστηκε κατά πολύ στο κείμενο και όλη η ελεύθερη και ελαστική μορφή της είχε ένα εννοηματωμένο επίκεντρο. Το επίκεντρο αυτό ήταν διαρκώς σαφές και ονομαζόταν «βαθιά «σοσιαλιστική» μελαγχολία για την αποτυχία τριών γενεών ν’ αλλάξουν τον κόσμο».

Με μια τέτοια στέρεη κεντρική σκέψη ομόζυγη των «Ορνίθων», δεν μπορεί να καταδικασθεί μια παράσταση, όσο κι αν ήσαν ρευστά τα υλικά της και δεν συνομαδώνονταν αλλά έτειναν προς την πολυμορφία και τη διάχυση. Από κει και πέρα αρχίζουν τα επί μέρους: Το τσίρκο και τα «επουράνια» μεκανό που ζήτησε η σκηνοθεσία παραδόθηκαν με επαγγελματική σοβαρότητα από την Ερση Δρίνη. Ο πολύχρωμος κόσμος κοστουμιών του Γιάννη Μετζικώφ είχε μια αληθινά καινούργια και εμπνευσμένη ματιά, με χιούμορ, με σχόλιο, με συνδυασμούς τερπνότατους (κορυφαίο το κοστούμι του Εποπα). Δεν θύμιζε δε σε τίποτε ο Μετζικώφ τους «προγόνους» του. Η μετάφραση του Κ.Χ. Μύρη αστραφτερή, με άκρως ποιοτικά κωμικά ευρήματα, δεν μπόρεσε βέβαια να αποφύγει τους «λεκέδες» που της φόρεσαν οι αρκετές χοντράδες στις επικαιρικές προσθήκες μαζί με τις φτηνές χειρονομίες. Ευτυχώς οι μεταφράσεις τυπώνονται και οι μεταφραστές αθωώνονται. Αλλο ότι μετά κλέβονται.

Καθώς το λυρικό μέρος, όπως προείπα, σχεδόν χάθηκε τόσο ακουστικά όσο και υφολογικά, απέμειναν οι ισχυροί ηθοποιοί για να μας παρηγορήσουν ως προς την πολυτυπία των εποχών, των ηθών και των συμβόλων. Ο Γιώργος Αρμένης κουβαλά την περιουσία του, έστω γνωστή, αλλά ανεκτίμητη. Τροπισμένος προς τον λαϊκό εξπρεσιονισμό της αεικίνητης φιγούρας έφτιαξε έναν «ευπροσάρμοστο» για τις διαθέσεις της παράστασης Πεισθέταιρο. Ο Βασίλης Χαραλαμπόπουλος (Ευελπίδης), καλός νέος κωμικός, μου φάνηκε πως ή δεν μπόρεσε ή δεν θέλησε να «συνεννοηθεί» με τον Αρμένη, κι έτσι τράβηξε τον δικό του δρόμο. Ο Αλέξανδρος Μυλωνάς μπορεί να καυχάται για έναν εντελώς νεόκοπο και ιλαρό Εποπα, όπως και για το κύρος που εξασφάλισε στην φύσει αδύναμη ακροτελεύτια σκηνή των θεών. Ο Χρήστος Νίνης μου προκάλεσε σύγχυση ως προς τον ιερέα, αλλά έδωσε έναν καθαρό Προμηθέα. Ο Θέμις Πάνου θαυματουργεί και στα μικρά, και στα ελάχιστα: χάρισε γελαστική σάρκα και οστά σε εν πολλοίς «φτιαχτούς» απ’ την παράσταση ρόλους (Χρησμολόγος, Συνταγματολόγος, έξοχα «παραπονούμενος» Αγγελιαφόρος). Η Χρύσα Ρώπα νομιμοποίησε με το άπεφθο ταλέντο της μια σκηνοθετικά παραποιημένη Ιριδα (τσιρίδες, κινητό κ.λπ.) κι έβγαλε το γέλιο της παύσης, της επανάληψης, της υστερίας. Επιπροσθέτως, χάρισε ένα έγκυρα πικρό φινάλε στο έργο. Ο Ηρακλής και ο μάγκας Συκοφάντης ήσαν παιγνιδάκια για τον εμπειρότατο Περικλή Καρακωνσταντόγλου. Ο Ντίνος Ποντικόπουλος έπαιξε έντονα στυλιζαρισμένους τον υπηρέτη του Εποπα και τον γεωμέτρη Μέτωνα. Αιθέρια η παρουσία της Χριστίνας Σουγιουλτζή στην Αηδόνα.

Θραύσματα ιδεών, σπαράγματα επιμέρους εμπνεύσεων και ανολοκλήρωτα ύφη μοιάζουν -κι είναι κρίμα γιατί σύλληψη υπήρχε- μ’ ένα άμορφο σύνολο που απλώνεται μπροστά στον θεατή σαν ποτάμι χωρίς όχθες… Χαμένη ευκαιρία: να ‘χεις το κλειδί και να παλεύεις να ξεκλειδώσεις τον γρίφο μ’ ένα σωρό αντικλείδια.

Επανόρθωση

Την περασμένη Κυριακή το κριτικό σημείωμα με τίτλο «Αυλαία με λάμψη στην Επίδαυρο» έφερε κατά λάθος την υπογραφή του Γιάννη Βαρβέρη· ανήκε στον Σπύρο Παγιατάκη.