ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Ενα τρίγωνο στο Κίτο

Αμπδόν Ουμπίδια
«Χειμωνιάτικη πόλη»
μετ. Βιργινία Γαλανοπούλου, εκδ. Ροές, 2009, σελ. 114

Μία νουβέλα από τον Ισημερινό είναι από μόνη ένα κάλεσμα. Αν και εκ πρώτης όψεως θα περίμενε κανείς να βρει πολλά κοινά ανάμεσα σε μία κλασική ή έστω όχι και τόσο συνηθισμένη ιστορία ζήλιας στη λατινομερικάνικη αυτή κοινωνία και στην αντίστοιχη ελληνική, εν τούτοις η προέλευση του βιβλίου ενέχει στοιχεία εξωτισμού. Κακώς, ενδεχομένως, αλλά οι επαφές μας με τον Ισημερινό, πόσω μάλλον με τη λογοτεχνία του, είναι μάλλον περιορισμένες.

Γι’ αυτό και με ενθουσιασμό (προκαταβολικό) πήρα στα χέρια αυτό το σύντομο μυθιστόρημα που υπογράφει ο 65χρονος Αμπδόν Ουμπίδια. Το διαβάζει κανείς σε λίγο χρόνο, είναι μία ιστορία ενός τριγώνου, ενός ζευγαριού και του φιλοξενούμενου φίλου. Είναι μια ιστορία για τη ζήλεια. Και είναι μια ιστορία για την αυτοκαταστροφή. Το θέμα αυτό το έχουν χειριστεί αναρίθμητοι συγγραφείς, αλλά το ζήτημα είναι το στυλ. Ο Ουμπίδια έχει αυτήν την εξαιρετική λιτότητα σε ύφος που συναντά κανείς στους γεννημένους μαέστρους της μικρής φόρμας. Και όσο πιο μικρή είναι η φόρμα, τόσο μεγαλύτερη πρέπει να είναι η λογοτεχνία.

Ο Αμπδόν Ουμπίδια (υπέροχο το όνομά του!) γράφει για τη ζήλεια για να μιλήσει επί της ουσίας για τη λεπτή κλωστή από την οποία κρέμεται η φαινομενική αρμονία της ζωής, αν μπει στο μυαλό το ζουζούνι της αμφιβολίας. Σαν τοξικομανής, ο ήρωας βαθαίνει το χάσμα ανάμεσα σε αυτόν και στη Σουσάνα, τη γυναίκα του, για να επιφέρει στο τέλος απελευθέρωση και, ταυτόχρονα, καταδίκη στον ίδιον του τον εαυτό.

Αλλά όλα αυτά τα βαρύγδουπα περνούν υποδόρια. Ο Ομπίδια χτίζει μία πυκνή ατμόσφαιρα «οίκου», «εστίας», «κυψέλης», «στέγης», μέσα στην οποία εισέρχεται ο «άλλος». Ο Σαντιάγο, τετραπέρατος φίλος, με διάφορες μπίζνες και διαλυμένους γάμους, είναι φυγόδικος. Ο ήρωας αναγκάζεται να τον δεχθεί σπίτι του όταν οι άλλοι στην παρέα λακίζουν. Η είσοδος του Σαντιάγο στο τυπικά μεσοαστικό σπίτι του ζευγαριού («η μεσαία τάξη τείνει να έχει ομοιόμορφα γούστα») προκαλεί υπόκωφα κύματα. Η Σουσάνα ανακαλύπτει και πάλι τη σεξουαλικότητά της και ο ήρωας, αίφνης, αρχίζει να τη διεκδικεί.

Ο Ουμπίδια έχει ορισμένες εξαιρετικές σκηνές γεμάτες ποίηση, βάθος και συγκίνηση, ακόμη και στις πλέον κυνικές στιγμές. Το ζεύγος και ο πολιορκητής είναι το πρόσχημα για να μιλήσει για το εύθραυστο, το εφήμερο, ακόμη και για το παράλογο της κανονικότητας. Οταν όλα κυλούν ατάραχα και αρμονικά, ο φόβος της ανατροπής της ευτυχίας γεννά ενίοτε τη μανία καταστροφής, ώστε το τέλος να μην έρθει αυτόκλητα αλλά προσχεδιασμένα. Ετσι και ο ήρωάς μας, αυτός ο συμπαθής αστός του Κίτο (του Κίτο με τα ισπανικά του κτίρια, γοητευτικά με την μπαρόκ παρακμή τους), επιταχύνει την καταστροφή, ηδονίζεται από τη δυστυχία του, οικτίρει τον εαυτό του που βυθίζεται, την ίδια ώρα που τον ωθεί να δώσει τέλος. Είναι μια κανονική ιστορία με κανονικούς ήρωες, με ένα όχι κανονικό τέλος. Ενα ωραίο βιβλίο.