ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Κριτική και σάτιρα πήγαν περίπατο

Μπέρτολτ Μπρεχτ – Κουρτ Βάιλ

Η Οπερα της Πεντάρας

Θέατρο: ΔΗΠΕΘΕ Βέροιας – ΔΗΠΕΘΕ Κέρκυρας

Ο Κουρτ Βάιλ πέθανε το 1950 και ο Μπέρτολτ Μπρεχτ το 1956. Μετά θάνατον, οι άμεσοι κληρονόμοι, οι νόμιμες γυναίκες τους, Λόττε Λένυα και Χελένε Βάιγκελ, υπήρξαν άγρυπνοι φύλακες του μουσικού και συγγραφικού τους έργου. Είναι γνωστές οι ιστορίες για το πως η Βάιγκελ έγινε έξω φρενών και απαγόρευσε στο Θέατρο Τέχνης να συνεχίσει τις παραστάσεις του «Κύκλου με την Κιμωλία» επειδή ο Κάρολος Κουν είχε προτιμήσει την -ρομαντικά ορθόδοξη- μουσική του Μάνου Χατζιδάκι από την αρχική -συναισθηματικά ψυχρή σύνθεση- του Πάουλ Ντεσάου. Ή πάλι το πώς ή ίδια αρνήθηκε να δώσει στην Κατίνα Παξινού τα δικαιώματα της «Μάνας Κουράγιο» για «…να μην το κάνει τραγωδία». Η Παξινού το έπαιξε μόνο μετά τον θάνατο της Βάιγκελ. Δόξα τω Θεώ, οι σημερινοί απόγονοι του Μπρεχτ -ο γιος Στέφαν που ζει στη Νέα Υόρκη και η κόρη Μπάρμπαρα στο Βερολίνο- δεν δείχνουν να ενδιαφέρονται ιδιαίτερα για τον όποιο σεβασμό δείχνουν οι ξένοι σκηνοθέτες στο έργο του πατέρα τους. Κι όσο για τον Κουρτ Βάιλ, αυτός δεν απέκτησε παιδιά, οπότε στην περίπτωσή του τα πράγματα είναι ακόμα ευκολότερα.

Η παράσταση

Ετσι, το διασημότερο -κλασικό πλέον- έργο των Μπρεχτ και Βάιλ, η «Οπερα της Πεντάρας» μπορεί πλέον να γίνει άνετα λάστιχο στα χέρια οποιουδήποτε διασκευαστή κρίνει ότι μπορεί να το «βελτιώσει». Οπως, καλή ώρα, στην περίπτωση του Θέμη Μουμουλίδη που το πήρε, το… άλλαξε, το φόρτισε με κάποιον συναισθηματισμό και το περιέφερε αγνώριστο το φετινό καλοκαίρι σε ολόκληρη την ελληνική επικράτεια.

Εντάξει. Μπορεί το τραγούδι της «Τζένυ των Κουρσάρων» να άλλαξε ερμηνεύτρια ήδη από την εποχή της Μελίνας Μερκούρη που το τραγούδησε ως Τζένυ αντί για την Πόλυ για την οποία είναι γραμμένο -και έτσι- κατά κάποιον τρόπο; – η αλλαγή νομιμοποιήθηκε. Ομως, στην παράσταση ακούγονται κι άλλα. Ακούγεται, για παράδειγμα, το «Alabama Song» και το Yukali που είναι από άλλα έργα, όμως δεν ακούγεται το πρώτο φινάλε της όπερας εκείνο το εκπληκτικό -καγχαστικό- τρίο «περί της αστάθειας της ανθρώπινης φύσης».

Κι άλλες προσθήκες κι άλλες παραλείψεις. Πού να τα αριθμήσω τώρα όλα.

Τέλος πάντων, αυτή η σαρδόνια καγχάζουσα «Οπερα», της οποίας το «ηθικό δίδαγμα» συμπυκνώνεται στο αξίωμα ότι η ίδρυση μιας τράπεζας εξισούται με την ληστεία μιας τράπεζας, και ότι «για να παραμείνεις ζωντανός πρέπει να φας τον άλλον» διαθέτει πάνω απ’ όλα μία σαρωτικά σαρκαστική μουσική, η οποία εκπέμπει ταυτόχρονα και σπάνια ανθρώπινη ευαισθησία.

Πιστεύω ότι σ’ αυτήν την περίπτωση ο Μπέρτολτ Μπρεχτ έρχεται δεύτερος μετά τον συνθέτη. Η παράσταση που σκηνοθέτησε (για τρίτη φορά – το είχε ήδη κάνει το 1998 και το 2005) ο Θ. Μουμουλίδης δεν είναι ακριβώς κακή. Είναι λάθος. Μοιάζει κουρασμένη, ανόρεχτη και εκτός θέματος. Αναγκαστικά συντομευμένη για να παιχτεί δίχως διάλειμμα, έχει αποκτήσει βέβαια κάποια σβελτάδα, οι ηθοποιοί τραγουδούν σωστά παρά τη δυσκολία ενός play back που τους υποχρεώνει να ακολουθούν αυτοί μια μουσική η οποία, κανονικά, θα έπρεπε να τους συνοδεύει.

Πλησιέστερα στο πνεύμα της μουσικής ήταν οι χορογραφίες του Δημήτρη Παπάζογλου. Χορογραφίες υπολογισμένες για ηθοποιούς οι οποίοι ξέρουν απλώς να κινούνται σωστά. Αλλωστε, το ίδιο ισχύει και για το τραγούδι. Ο Κ. Βάιλ έγραψε μια δήθεν «οπερετική» μουσική κατάλληλη να τραγουδηθεί ακόμα και από αγύμναστες φωνές. Η μόνη «σοβαρή» άρια με τίτλο «Θα πεθάνει από το τζιν που την κερνάω» (την οποία συνήθως παραλείπουν, όπως άλλωστε έγινε κι εδώ) είναι μία άλλη εμφανέστατη παρωδία πάνω στην μπελκάντο όπερα.

Ερμηνείες

Στα θετικά της παράστασης είναι και το σκηνικό και τα κοστούμια του Γιώργου Πάτσα, όχι τόσο για κάποια ξεχωριστή αισθητική τους, όσο υπολογίζοντας το καθημερινό στήσιμο – ξεστήσιμο σε διαφορετική πιάτσα. Στον διόλου πρωταγωνιστικό ρόλο της πόρνης Τζένυ μια σωστά απόμακρη Καρυοφυλλιά Καραμπέτη.

Βέβαια, πρώτοι γυναικείοι ρόλοι στην συγκεκριμένη περίπτωση είναι η Κυρία Πίτσαμ -μία πρώτης τάξεως Ρένια Λουιζίδου- η κόρη της Πόλυ (αξιοθαύμαστη η εκπαιδευμένη φωνή της Νάντια Κοντογεώργη) και μια κουτσουρεμένη Λούση (με την εντυπωσιακή Μάρα Βλαχάκη). Βέβαια μόνιμοι σταρ του έργου είναι οι άνδρες. Διαθέτοντας τον πλέον αβανταδόρικο ρόλο ο αφηγητής – κομπέρ Αλέξανδρος Μπουρδούμης δεν τα πήγε κι άσχημα. Κι όσο για τον Στέλιο Μάινα (Μακήθ, ο «αντεροβγάλτης» και ο εξίσου λαμόγιας όσο και δυνάμει τραπεζίτης στην όπερα) αυτός έφερε εις πέρας ένα ντούμπλ-φας χαρακτήρα με την άνεση ενός καλού ηθοποιού. Ο Στ. Μάινας και ο Μάνος Βακούσης (ο ηθικολόγος «Βασιλιάς των Ζητιάνων», Ιερεμίας Πίτσαμ) κατόρθωσαν να βγάλουν την διπλή σάτιρα στους χαρακτήρες τους. Ηταν οι καλύτεροι. Ο Ηλίας Κουνέλης, σαν ο αρχιδιαπλεκόμενος αστυνομικός διευθυντής της αστυνομίας, παρέμεινε μονοδιάστατος. Μια «όπερα» που στα καθ’ ημάς δείχνει να είναι πολύ ακριβότερη απ’ ό,τι τη θέλησαν οι Μπρεχτ και Βάιλ. Εγώ θα την αξιολογούσα στα 3 – 4 ευρώ. Εκεί.