ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Με «φωνή» λυρική και αυθεντική

Γιώτα Αργυροπούλου: 1) «Νερά απαρηγόρητα», εκδόσεις «Πλανόδιον», 2004. 2) «Τοιχογραφία της άνοιξης», εκδόσεις «Μεταίχμιο», 2006.

ΠΟΙΗΣΗ. Τα νερά είναι απαρηγόρητα και η απόφανση αυτή είναι αμετάκλητη μια και η ποιήτρια που παρατηρεί τον κόσμο της, νοσταλγεί και θλίβεται. Δεν υπάρχουν απώλειες τραγικές, όλα φυσιολογικά έρχονται και χάνονται, ωστόσο χάνονται και η ζωή προχωρεί με μεγάλα άλματα, πριν προλάβει η ψυχή να συνειδητοποιήσει τις αλλαγές. Ετσι τα πρόσωπα αγιοποιούνται και τα πράγματα εξαγιάζονται. Μια τριπλή μετατόπιση συμβαίνει στα «Νερά απαρηγόρητα», που ορίζεται από τη φύση και τη ζωή σ’ αυτήν. Από τη ζωή στο άλλοτε θαλερό χωριό και στην τωρινή του ερήμωση, από τη ζωή στην πόλη και στη μνήμη, από τη μνήμη στα κάδρα του τοίχου.

Ειδυλλιακές εικόνες

Βήμα βήμα προχωρεί η συλλογή. Βήμα βήμα η ποιήτρια αποκαλύπτει το υλικό της, βήμα βήμα φτιάχνει το «πήμα» της. Και με αυτό το «πήμα», πάθημα, πάθος, βάσανο, πληγή, ανοίγεται γενναία, αλλά και ταπεινά, στον άνεμο να τη βοηθήσει να πει τα λόγια της [«Σε παρακαλώ βοριά μου / φύσα ταπεινά»] και κλείνει παρόμοια: «Σε παρακαλώ βοριά μου / φύσα δυνατά / να μαζέψεις τα κλαράκια… / Σε παρακαλώ βοριά μου / φύσα ταπεινά / ν’ αρμενίσουν οι ψυχές τους / να ‘ρθουνε κοντά». Οι παιδικές μνήμες είναι γεμάτες ειδυλλιακές εικόνες και κάθε εποχή επιβάλλεται για λίγο και χάνεται. Σαν το νερό ρέει ο χρόνος, σαν το νερό που σηματοδοτεί τη συλλογή και φεύγει ταχύτατα, συμπαρασύροντας τη ζωή, τα νιάτα, τους έρωτες.

Τα ποιήματα, όμως, μένουν και ρέουν κι αυτά σαν μικρά ποτάμια. Ποτάμια και οι ομότεχνοι ποιητές, συνεχίζουν εκεί που οι άνθρωποι σιγά σιγά εκλείπουν· ο Μαρκόπουλος με τον Πάμισο, ο Παυλόπουλος με τον Αλφειό, η Αργυροπούλου με τον Αμφίτα. Κρυμμένοι στους στίχους της οι κελαρυσμοί του δημοτικού τραγουδιού, οι ζωγραφιές του Θεόφιλου και της φύσης, οι μνήμες της παιδικής ηλικίας. Ολα, ιδωμένα με το μάτι της ώριμης κοπέλας, η οποία επαναξιολογεί τις τότε μικρές λεπτομέρειες που τώρα πια είναι σημαντικά απούσες στο χωριό που φθίνει. Και η ζωή συνεχίζεται και οι άνθρωποι μετακομίζουν στην πόλη. Ετσι, από τη λουλουδισμένη εξοχή, η ποιήτρια φτάνει στην Αθήνα, για να δει μια άλλη άνοιξη στην Πατησίων, σ’ ένα δρόμο που τα σπίτια έχασαν τις αυλές τους, που οι άνθρωποι έχασαν τους τρόπους. Ωστόσο, η ψυχή μένει στητή. Αντιστέκεται και το όνειρο συνεχίζεται στα κάδρα των προγόνων, στα δίπατα έρημα σπίτια που κρατούν τις εικόνες από τις χαρές και τις λύπες που γνώρισαν.

Στη δεύτερη συλλογή της, «Τοιχογραφία της άνοιξης», το θέμα είναι η άνοιξη, φυσικά. Η άνοιξη είναι η πιο όμορφη αλλά και η πιο σκληρή εποχή, εφόσον περιέχει τον Απρίλη που, κατά τον Ελιοτ, «είναι ο μήνας ο σκληρός».

Ερωτας και λουλούδια

Η «Τοιχογραφία της άνοιξης», λοιπόν, μεταφέρει κάτι από την πληγή της ομορφιάς της, από την «πληγή στο πλευρό του κόσμου», όπως την αποτύπωσαν οι τέχνες στο χαρτί ή στον καμβά. Μας ξεγελά διαχρονικά, η γέννηση της Αφροδίτης που με τους Ζέφυρους σε πλήρη δραστηριότητα, όπως τουλάχιστον υπαινίσσεται ο Μποτιτσέλι, παραπέμπει στον έρωτα. Γιατί είναι αυτονόητο ότι από μια «Τοιχογραφία της άνοιξης» δεν μπορεί να λείπουν ο έρωτας και τα λουλούδια. Και τα δύο εφήμερα, το ένα υπαινιγμός του άλλου. Ομως η άνοιξη είναι όμορφη, και μόνο για την αυταπάτη, και ας είναι για λίγο. Αυτό το λίγο της εκμεταλλεύεται η Αργυροπούλου, για να μεταμορφώσει τον έρωτά της σε ψηφιδωτό, σε ζωγραφιά, σε τραγούδι. Μόνο που όλα αυτά τα ωραία τα πιάνει από την ουρά τους. Από το τέλος τους. Τα βλέπει ως παρελθόν που άφησε ανοιχτές πληγές. Μέσα από τα τραύματα περνά στο άλλο επίπεδο δημιουργίας, όπου οι μνήμες βρίσκουν διαφυγές προς την επιφάνεια. «Στην αρχή όλα ήταν καλά. Ομως, γρήγορα ωρίμασαν, έπειτα παρήκμασαν και, τέλος, χάθηκαν. Το ποίημα «οι τέσσερις εποχές» πολύ καλά συνθέτει την περίληψη του όλου θέματος: «Κάτω απ’ τον ίσκιο των πουλιών / μικρή άνοιξη η αλκή σου. Γυμνή εφαπτομένη των νερών / και του κορμιού σου. Φιλοβόλος άνεμος / σκορπάει τα μαλλιά μας στο χώμα. Ενα φάντασμα κατοικεί / μες στα μάτια μου». Ο «φιλοβόλος άνεμος» «σκορπάει τα μαλλιά στο χώμα» και όχι τα φύλλα. Κι η πολυάνθεμος ώρη, η άνοιξη, είναι περαστικιά, όπως λέει ο Τέλλος Αγρας, αλλά ο πόνος του περαστικού μόνιμος. Να μια αντινομία.

Προσωπικά πάθη

Η «Τοιχογραφία» δεν περιορίζεται σε μια προσωπική αισθηματολογία. Αντίθετα, ξεπερνά τα εμπόδια του χρόνου για να τρέξει πάνω σε παλιά ψηφιδωτά, να ακούσει τους ύμνους προς την Αφροδίτη, να καθίσει σοβαρή πλάι στην ιστορία, με το ους ευήκοον στα τραγούδια και τα πάθη του λαού μας, με τα όνειρα και την πραγματικότητα σε άμεση γειτνίαση. Με το δάχτυλο πάνω στη στάχτη του καιρού η Αργυροπούλου ζωγραφίζει. Τα προσωπικά της πάθη του έρωτα δίνουν αφορμή να δει τα πάθη του έρωτα εν γένει· για τον άνθρωπο, για την τέχνη και κυρίως για την ποίηση, η οποία βρίσκει τον τρόπο να μεταμφιέζεται σε νέα, να σκαλώνει σ’ ένα όνομα, σ’ ένα στίχο, μια εικόνα. Ετσι «Ο Οροφέρνης Αριαράθου / μνήμη αγοριού της Ιωνίας», με την ομορφιά του εξασφαλισμένη στο νόμισμα και στους στίχους του Καβάφη επανεμφανίζεται και «δικαιώνει» το πρόωρον του θανάτου του. Να κι άλλη μια αντινομία.

Τελικά, όπως λέει η ποιήτρια στο τελευταίο ποίημα, ο τίτλος της συλλογής είναι ένας «ευφημισμός». Κι ο έρωτας, «στρατηλάτης λαμπρός», δεν είναι λουλούδια, πουλιά και ποιήματα, δεν ξεγελιέται εύκολα, «δε θέλει θυσία αναίμακτη / τους στίχους που θα γράψεις». Πρέπει να περάσει η ευτυχισμένη εποχή του ευτελούς «τζιν» και του «μακό» για να κερδίσεις το ποίημα. Να και μια τρίτη αντινομία. Η φωνή της Αργυροπούλου είναι λυρική, ελεγειακή μάλλον, ειλικρινής και αυθεντική, υγρή σε καιρούς ξηρασίας και μοντερνιστικής έξαρσης. Αξιοποιεί σωστά την ποιητική κληρονομιά και συνεχίζει από το δικό της κλαδί το τραγούδι της αρχαίας αηδόνας.