ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Αφηγήσεις με αγάπη και ομορφιά

Ααρον Απελφελντ<ΒR>Ιστορία μιας ζωής <ΒR>μτφ. Μάγκυ Κοέν <ΒR>εκδ. Εστία, 2007<Ρ>Μπάντενχαϊμ 1939<ΒR>μτφ. Μάγκυ Κοέν <ΒR>εκδ. Εστία, 2008<ΒR>Απρόσμενη αγάπη<ΒR>μτφ. Μάγκυ Κοέν<ΒR>εκδ. Εστία, 2008

Η μητρική του γλώσσα είναι τα γερμανικά, αλλά μιλάει επίσης γίντις, ουκρανικά, ρωσικά, αγγλικά και ιταλικά. Εμαθε εβραϊκά έφηβος και τα επέλεξε για τη συγγραφή, μεταφέροντας στη γλώσσα τη διά βίου αναμέτρησή του με το τραύμα του Ολοκαυτώματος. Κάθε φράση που σκαλίζει στο χαρτί εμπεριέχει, θαρρείς, την τρομερή δυσκολία που χρειάζεται να υπερβεί ένα μικρό παιδί ή ένας πολύ ηλικιωμένος άνθρωπος για να εκφραστούν. Κάθε παράγραφος είναι αποτέλεσμα βασανιστικής μονομαχίας με τη σιωπή. Κάθε λέξη είναι δώρο ζωής, μια κερδισμένη ανάσα στην καινούργια γλώσσα, γραμμάριο ελπίδας στην άτεγκτη ζυγαριά του παγκόσμιου πνεύματος.

Ο λόγος για τον ζωντανό μύθο που ενσαρκώνει ο Ισραηλινός Ααρόν Απελφελντ (1932). Τα τρία βιβλία του, που μεταφράστηκαν σε ωραία ελληνικά και κυκλοφορούν με χρήσιμες σημειώσεις από τη Μάγκυ Κοέν, αντανακλούν την υποκειμενική δυσκολία της γραφής του, οφειλόμενη αφενός στην ιδρυτική συνθήκη της, την προσπάθεια να καταστεί ρητή η απερίγραπτη φρίκη των παιδικών του χρόνων, αφετέρου στην επιλογή της γλώσσας – συνθήκη, αυτή τη φορά ιδρυτική της νέας, της συγγραφικής προσωπικότητας. Δεν αντικειμενοποιείται, πάντως, η δυσκολία αυτή σε δύσβατο ανάγνωσμα: οι ιστορίες του Απελφελντ είναι, τουναντίον, οριακά απλουστευτικές, ως δομή και ως γλώσσα. Πού έγκειται η γοητεία τους;

Η απάντηση δίνεται, νομίζουμε, στο Απρόσμενη αγάπη (2003), βιβλίο που με την πρώτη ματιά μοιάζει σχεδόν αφελές. Ενας ηλικιωμένος Ισραηλινός συνταξιούχος, πρόσφυγας με καταγωγή από τα Καρπάθια (όπως και ο Απελφελντ), πρώην αξιωματικός του Κόκκινου Στρατού, επιχειρεί να γίνει συγγραφέας στα γεράματα. Μια απλοϊκή και τρυφερή οικιακή βοηθός τού συμπαραστέκεται στη μάχη του με τις λέξεις, όπως και στη μάχη του με τον καρκίνο. Μαζί της ανασυσταίνει την πολύτιμη μνήμη των προγόνων, των Εβραίων από τα Καρπάθια, «Εβραίων τ’ ουρανού». Πρόκειται για όψιμη λατρεία μιας αγιοποιημένης παράδοσης, στην επινόηση και διάδοση της οποίας συνέβαλαν εξίσου ο Μαρκ Σαγκάλ και ο Βιολιστής στη Στέγη;

Πίετε εξ αυτού πάντες…

Ο Απελφελντ, ηλικιωμένος πια κι έχοντας καταθέσει σχετικά πρόσφατα την αριστουργηματική όσο και ανατριχιαστική αυτοβιογραφία του (Ιστορία μιας ζωής, 1999), αισθάνεται, φαίνεται, αρκετά σίγουρος για να θωπεύσει δημόσια μια τρυφερή, αγαπημένη ανάμνηση. Αραγε θα επιρρίπταμε σε έργα όπως η Λωξάντρα ή ο Νιλς Χόλγκερσον μομφές περί παραδοσιοκρατίας, εθνικισμού ή, έστω, φολκλόρ; Υπάρχει στις αφηγήσεις αυτές αγάπη και ομορφιά που ξεχειλίζουν σ’ ένα «πίετε εξ αυτού πάντες» («ορίστε να φάμε», επί το -πάλαι ποτέ- ελληνικότερον).

Οπως και σε άλλα έργα του, η Ιστορία δεν τον απασχολεί· είναι κοινός τόπος. Ούτε και μοιάζει να επιδιώκει άλλο ένα επινοημένο «στόρι», με ρυθμό και σασπένς. Ο Απελφελντ θυμίζει περισσότερο ερευνητή – ρεπόρτερ που, από τον πλούσιο καμβά της ιστορίας των Εβραίων κατά το Ολοκαύτωμα, επιλέγει κάθε φορά σκηνές, μορφές, όψεις, εμβαθύνει σε αυτές και τις φωτίζει για χάρη μας.

Γλώσσα παραμυθιού

Κάθε λέξη του είναι ένας βράχος, που ο συγγραφέας ανασύρει από τη σκοτεινή σιωπή. Ομως βαθύ σκοτάδι και εκατομμύρια σκιές εξακολουθούν να ζώνουν κάθε momentum της δουλειάς του. Είναι, άλλωστε, γνωστό ότι δεν έγραψε (ακόμη;) ούτε μια λέξη για το ξανασμίξιμό του με τον πατέρα του στο Ισραήλ (η μητέρα εκτελέστηκε από τους ναζί). Σε μια αενάως επαναλαμβανόμενη ομηρική σκηνή, βρήκε τον γέρο πατέρα του, πρόσφυγα και αυτόν, να μαζεύει καρπούς, πάνω σε μια πορτοκαλιά. Για μιαν ολόκληρη μέρα κανείς τους δεν είπε στον άλλον ούτε λέξη – μονάχα ένα «τρομερό κλάμα».

Οταν ο μέγας και πολύς Φίλιπ Ροθ γοητεύεται συγγραφικά από τον συνομήλικό του, τον οιονεί επαρχιώτη εξάδελφο Απελφελντ, τα δύο έργα του τελευταίου που προαναφέρθηκαν δεν έχουν δει ακόμη το φως. Οταν λοιπόν ο Ροθ, στο δικό του βιβλίο Επιχείρηση Σάυλωκ (1993 και εκδ. Πόλις, 2001) βάζει τον Απελφελντ να συμπρωταγωνιστήσει, η συζήτηση στρέφεται κυρίως γύρω από το Μπάντενχαϊμ 1939 (1980). Πρόκειται για μια καφκικής έμπνευσης παραβολική περιγραφή της παρακμής των Εβραίων σε μιαν αυστριακή λουτρόπολη του Μεσοπολέμου, που θα οδηγήσει στη βίαιη εξαφάνισή τους μέσα στα βρώμικα βαγόνια ενός τρένου με κατεύθυνση την Πολωνία. Σε τόνους εξπρεσιονιστικούς («Στον κήπο της πριγκίπισσας Σαλπίνα τα τριαντάφυλλα άνθιζαν οργιαστικά, σαν να τρέφονταν με σάπια παντζάρια») σκιαγραφείται εδώ μια άλλη, ελάχιστα ειδυλλιακή όψη του «παραδοσιακού».

Ο αναγνώστης – γνώστης των ιστορικών δεδομένων μοιραία οδηγείται σε κριτική στάση απέναντι στην αφέλεια, στην παράλογη αβουλία, στην αδυναμία των Εβραίων να αντισταθούν σε αυτό που έγινε εντέλει πεπρωμένο τους. Ας μην ξεχνάμε πως ο συγγραφέας επιβίωσε επειδή ακριβώς πήρε, ενστικτωδώς, όπως λέει ο ίδιος, την τύχη του στα χέρια του, δραπετεύοντας από το ουκρανικό στρατόπεδο συγκέντρωσης σε ηλικία μόλις 9 ετών και βάδισε μονάχος σε μιαν απίστευτη Οδύσσεια, μέχρι να καταλήξει στην Παλαιστίνη, το 1946.

Με όλη την ηπιότητά της η φωνή του «σε καλεί να την ακούσεις, ζωντανεύει με τις δραματικές μελωδικές κορυφώσεις ενός μάστορα της αφήγησης και δονείται με τον δικό της ξεχωριστό, ήσυχο τρόπο» (Ροθ). Ο Απελφελντ καταφέρνει κάτι που θα ζήλευε κάθε ευπώλητος αγγλόφωνος συγγραφέας: στα περιθωριακά, τα μετρημένα εβραϊκά του, τα σύντομα μυθιστορήματά του έχουν κάτι από μαγεία παλιού παραμυθιού, είτε περιγράφουν την ανείπωτη φρίκη είτε μιαν απλή χειρονομία καθημερινής ομορφιάς.