ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Ηλθε και παρήλθε η χρυσή εποχή της δημοσιογραφίας;

Harold Evans

My Paper Chase: True Stories of Vanished Τimes

εκδ. Little Brown, σελ 528

Ο σερ Χάρολντ «Χάρι» Εβανς παραμένει μία από τις μεγάλες φυσιογνωμίες της σύγχρονης δημοσιογραφίας. Γι’ αυτόν το λόγο, και επειδή το είδος της μαχητικής, τεκμηριωμένης δημοσιογραφίας που υποστήριξε απειλείται σήμερα όσο ποτέ άλλοτε, η αυτοβιογραφία του, που την έγραψε καθώς έκλεινε τα 80, είναι συναρπαστική όσο και επίκαιρη.

Το βιβλίο ξεκινάει από τα παιδικά χρόνια του συγγραφέα, στο σπίτι μιας οικογένειας της εργατικής τάξης στο Μάντσεστερ. Επειτα από μια πρώιμη αποτυχία στις εξετάσεις του στο γυμνάσιο, η ιστορία του είναι μια ιστορία ακατάβλητης φιλοδοξίας και αποφασιστικότητας. Αφησε το σχολείο στα 16 του για να γίνει μαθητευόμενος ρεπόρτερ σε μια τοπική εβδομαδιαία εφημερίδα. Ερωτευμένος με τη δημοσιογραφία, έστησε μια εφημερίδα για τους 800 άνδρες που υπηρετούσαν μαζί του στο Γουίλτσαϊρ, όταν έκανε τη θητεία του στη RΑF.

Επαρκείς γνώσεις

Επιστρέφοντας στην πολιτική ζωή το 1949, ο Χάρι Εβανς συνειδητοποίησε ότι δεν είναι δυνατόν να κατανοήσει κανείς γεγονότα παγκόσμιου ενδιαφέροντος αν δεν έχει επαρκείς γνώσεις πολιτικής και οικονομίας. Παρά τις δυσκολίες, κατάφερε να γίνει δεκτός στο Πανεπιστήμιο του Ντάραμ. Αφού πήρε το πτυχίο του, ήρθε μια προσφορά εργασίας στη Manchester Evening News, που ήταν τότε μια από τις πιο ισχυρές επαρχιακές εφημερίδες και, με τις οκτώ εκδόσεις της κάθε μέρα, μια από τις πιο απαιτητικές. Εκεί ήταν που ο σερ Χάρι απέκτησε τη χαρακτηριστική δεξιοτεχνία του σε όλους σχεδόν τους τομείς της παραγωγής μιας εφημερίδας. Από το ρεπορτάζ και τη σύνταξη μέχρι τη σελιδοποίηση, δεν υπήρχε δουλειά που να μην μπορεί να την κάνει.

Το δίχρονο διάλειμμα που έκανε πηγαίνοντας για σπουδές στην Αμερική με υποτροφία μπορεί να τον οδηγούσε σε αλλαγή καριέρας. Ομως, στα 32 του γύρισε στην Αγγλία και του προσφέρθηκε η αρχισυνταξία στη Northern Echo, μια κάπως παλιομοδίτικη εφημερίδα με έδρα στο Ντάρλινγκτον, που όμως πουλούσε 100.000 φύλλα τη μέρα στη νοτιοανατολική Αγγλία. Ο Εβανς πολύ γρήγορα την αναζωογόνησε με πιο μοντέρνο σχεδιασμό, πιο αιχμηρά ρεπορτάζ και άρθρα σχετικά με τοπικά θέματα. Αυτό όμως που πιθανότατα τράβηξε την προσοχή του Ντένις Χάμιλτον, του επιτυχημένου αρχισυντάκτη των Sunday Times του Λονδίνου, ήταν η έφεση του Εβανς για την ερευνητική και αγωνιστική δημοσιογραφία. Ο νεαρός αρχισυντάκτης διεξήγαγε θαρραλέες εθνικού επιπέδου εκστρατείες στην τοπική εφημερίδα του όταν πίστευε ότι υπήρχε άδικο που έπρεπε να διορθωθεί. Ο αγώνας του να ωθήσει το απρόθυμο σύστημα υγείας να καθιερώσει δωρεάν εξετάσεις για τον καρκίνο του τραχήλου της μήτρας σε όλη τη χώρα, βοήθησε πιθανότατα να σωθεί η ζωή χιλιάδων γυναικών.

Ο Χάμιλτον έφερε τον σερ Χάρι στους «Σάντεϊ Τάιμς» και, λίγο αργότερα, το 1966, τον έκανε διάδοχό του. Με υψηλή κερδοφορία, με κυκλοφορία πάνω από ένα εκατομμύριο και με εκλεκτό προσωπικό, οι «Σάντεϊ Τάιμς» ήταν μια εξαιρετική σκηνή για να δείξει ο Χάρι Εβανς τις ικανότητές του. Ηταν επίσης τυχερός που ο ιδιοκτήτης της εφημερίδας, ο Καναδός λόρδος Ρόι Τόμσον, ήταν ακλόνητος στην πεποίθησή του πως οι αναγνώστες είναι πρόθυμοι να πληρώνουν για ανεξάρτητη δημοσιογραφία.

Ερευνητική ομάδα

Ο Εβανς γρήγορα συγκρότησε μια ερευνητική μονάδα με δημοσιογράφους πλήρους απασχόλησης, για να αποκαλύπτουν σημαντικά σκάνδαλα και να αναδομούν προσεκτικά τα γεγονότα. Πίστευε ότι οι ομάδες ήταν το κλειδί για την ερευνητική δουλειά, γιατί έδιναν τη δυνατότητα στους δημοσιογράφους να ακολουθούν πολλά ίχνη (ανάμεσά τους μερικά αναπόφευκτα ψευδή) και να αξιοποιούν ένα ευρύ φάσμα τεχνογνωσίας. Μια ομάδα είναι επίσης πιθανότερο να είναι πιο αντικειμενική από έναν ρεπόρτερ σε μια συγκεκριμένη αποστολή.

Ανακαλώντας τα 14 χρόνια του στους «Σάντεϊ Τάιμς», ο σερ Χάρι δίνει συναρπαστικές περιγραφές μεγάλων ρεπορτάζ, όπως η αποκάλυψη της συνολικής ζημιάς που προκάλεσε ο Κιμ Φίλμπι ως κατάσκοπος, η εκστρατεία που έκανε για να αποζημιωθούν όπως έπρεπε τα θύματα της θαλιδομίδης, οι προσπάθειές του να ενημερώσει για το τι συνέβαινε στη Βόρεια Ιρλανδία στο απόγειο της εποχής των ταραχών, από τη μεταχείριση των κρατουμένων έως τη σφαγή της Bloody Sunday. Αυτά τα ρεπορτάζ συνεπάγονταν μακρόχρονες, δαπανηρές και ψυχοφθόρες συγκρούσεις με την πολιτική και τη νομική εξουσία. Γράφοντας για τη θαλιδομίδη, π. χ., διακινδύνευε συχνά ποινές φυλάκισης ή επιβολή προστίμων για περιφρόνηση δικαστηρίου. Ηταν κίνδυνοι που ο σερ Χάρι ανέλαβε με γενναιότητα. Η εφημερίδα «έπρεπε να είναι έτοιμη να παρέχει τα μέσα για μια ολοκληρωμένη προσπάθεια», λέει για τις μακροχρόνιες έρευνές του. «Καμιά καμπάνια δεν πρέπει να τελειώνει έως ότου πετύχει ή αποδειχθεί εσφαλμένη».

Αφησε τους αγαπημένους του «Σάντεϊ Τάιμς» όταν η εφημερίδα και η καθημερινή αδελφή της αγοράστηκαν από τη News International του Ρούπερτ Μέρντοχ. Εχοντας πειστεί να αναλάβει την αρχισυνταξία των «Τάιμς», γρήγορα βρέθηκε να έχει μέσα στα πόδια του τους υποτακτικούς του Μέρντοχ. Επιπλέον, ανεξάρτητα από αυτό, το πάθος του για υποθέσεις που πήγαιναν κόντρα στο κατεστημένο τον έκανε να νιώθει σαν ψάρι έξω από το νερό.

Δεύτερη καριέρα

Στη συνέχεια, ο σερ Χάρι γύρισε την πλάτη του στην αγγλική δημοσιογραφία. Συνέχισε τον δρόμο του κάνοντας μια δεύτερη καριέρα στην Αμερική στο χώρο των εκδόσεων και ως συγγραφέας εκλαϊκευμένης ιστορίας. Παραδέχεται όμως χαρούμενα ότι δέχτηκε να κάνει σεγκόντο στην πολύ νεότερη και σήμερα πολύ διασημότερη δεύτερη σύζυγό του, την Τίνα Μπράουν.

Το βιβλίο αφήνει τους αναγνώστες με ένα καταθλιπτικό ερώτημα: θα μπορέσει να επιβιώσει το είδος της μαχητικής, ριψοκίνδυνης, δαπανηρής δημοσιογραφίας που εκείνος υπηρέτησε; Η Κάθριν Γκράχαμ, πρώην εκδότρια της «Ουάσιγκτον Ποστ», παρατήρησε κάποτε ότι η καλύτερη εγγύηση για την πρώτης τάξεως δημοσιογραφία είναι ένας υγιής ισολογισμός. Ομως, η εμπορευματοποίηση των ειδήσεων στο Ιντερνετ σημαίνει ότι αυτός ο ισολογισμός είναι κάτι που λίγες εφημερίδες έχουν. Ο σερ Χάρι παραμένει αισιόδοξος, πιστεύοντας ότι τα θετικά τού Ιντερνετ ξεπερνούν τα αρνητικά του. Υποστηρίζει ότι με το κατάλληλο οικονομικό μοντέλο «θα μπούμε στη χρυσή εποχή της δημοσιογραφίας». Οι αναγνώστες του βιβλίου του, όμως, μπορεί να συμπεράνουν ότι η χρυσή εποχή της δημοσιογραφίας ήλθε και παρήλθε.