ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Στο μυαλό του Χριστόφορου Παπακαλιάτη

Δευτέρα βράδυ και το Mega προβάλλει στις 10 το νέο σίριαλ του Χριστόφορου Παπακαλιάτη. Το «Τέσσερα», όσα και τα αδέλφια μιας καλοβαλμένης αθηναϊκής οικογένειας. Δεν ξέρω πότε ακριβώς προέκυψε αυτό, αλλά είναι γεγονός: τα σίριαλ του πολλά υποσχόμενου Χριστόφορου έπαψαν να είναι ένα ακόμη επεισόδιο του ελληνικού prime time. Αυτονομήθηκαν, έγιναν ξεχωριστό είδος, ικανό να προσελκύσει φανατικούς φίλους και ορκισμένους εχθρούς. Μια βόλτα στην ελληνική μπλογκόσφαιρα αποδεικνύει του λόγου το ασφαλές. Και τα τρέιλερ με τα νεοϋορκέζικα στούντιο ανοίγουν την όρεξη. Αλήθεια, έχουμε να περιμένουμε κάτι περισσότερο από άοσμες τηλεοπτικές καλλιγραφίες με χτυπητές αναφορές σε γνωστές αμερικανικές σειρές; Πάντως, στα νούμερα θεαματικότητας των πρώτων επεισοδίων της νέας σειράς θα πρέπει να συμπεριλάβουμε κι εκείνη την «κακιασμένη» συνομοταξία των τηλεθεατών που βλέπουν Παπακαλιάτη για να τον «ξεσκίσουν» λίγες ώρες μετά στα ηλεκτρονικά τους ημερολόγια. Αν αυτό το προεκτείνουμε στην πραγματική ζωή μπορούμε να έχουμε την εικόνα: παρέες, οι περισσότερες συνομηλίκων του σεναριογράφου, σκηνοθέτη και πρωταγωνιστή, να καταβροχθίζουν delivery αποδομώντας τα αναγνωρίσιμα (πια) παπακαλιάτικα κλισέ. Ναι, ο Χριστόφορος Παπακαλιάτης είναι το νέο cult symbol της ελληνικής τηλεόρασης. Κάποιοι εξακολουθούν να τον αγαπούν, αλλά εδώ και αρκετό καιρό έχουμε κι αυτούς που αγαπούν να τον κανιβαλίζουν.

Σειρά από ανατροπές

Προγραμματισμένο αρχικά να προβληθεί την περσινή τηλεοπτική σεζόν, το «Τέσσερα» πήρε αναβολή ενός χρόνου. Αυτή είναι μία ακόμη πτυχή των σίριαλ του Χριστόφορου Παπακαλιάτη. Ενα τρομερό παρασκήνιο τυλίγει τα τελευταία του εγχειρήματα, μια σειρά από ανατροπές μεγεθύνει το σασπένς, κανείς δεν ξέρει αν όλα αυτά είναι καμώματα του «τελειομανούς» Χριστόφορου ή πραγματικές αναποδιές. Στην περίπτωση του «Τέσσερα», η μεγάλη αναμονή δεν έκανε πολύ καλό γιατί έδωσε χρόνο στους διαδικτυακούς ανθρωποφάγους να βγάλουν τα απωθημένα τους. Η αλήθεια είναι ότι ο Χριστόφορος τους έδωσε την καλύτερη πάσα, επιβεβαιώνοντας την «τρομερή» φήμη ότι το «Τέσσερα» είναι η ελληνική εκδοχή μιας επιτυχημένης αμερικανικής σειράς: του «Brothers and Sisters».

Τουλάχιστον στα πρώτα δύο επεισόδια που έχει προβάλει το Μεγάλο Κανάλι. Και απορεί κανείς πώς ένας άνθρωπος της τηλεόρασης δεν υπήρξε λίγο πιο προσεκτικός σε μια εποχή που οι αμερικανικές σειρές κάνουν θραύση και στην Ελλάδα μέσα από το downloading, παράνομο και νόμιμο.

Το «Brothers and Sisters» προβάλλεται και στην Ελλάδα, από συνδρομητικό δίκτυο. Ευτυχώς, υπάρχουν λεπτομέρειες που διασώζουν τον Παπακαλιάτη (τα αδέλφια της οικογένειας είναι μόνο άντρες, ο πατέρας αυτοκτονεί και δεν πεθαίνει από έμφραγμα και κάποια άλλα λιγότερο σημαντικά), αλλά το κακό έχει ήδη γίνει. Τουλάχιστον στους «ψαγμένους» κύκλους των μανιακών των σίριαλ, ένα κοινό στο οποίο θεωρητικά απευθύνεται το «Τέσσερα».

Εμμονή στη φόρμα

Αλλά θα ήταν λάθος να σταθούμε στις «επιρροές» του Χριστόφορου Παπακαλιάτη γιατί ακυρώνουν την ουσία της υπόθεσης. Και η ουσία είναι ότι ακόμα κι αν δεν υπήρχε το αντίστοιχο αμερικανικό σίριαλ θα έπρεπε να το εφεύρουμε. Είναι τέτοια η προσκόλληση του Παπακαλιάτη στην αισθητική και στους κώδικες της αμερικανικής τηλεόρασης, που έχεις την εντύπωση ότι η μοναδική του έννοια είναι το «Τέσσερα» να μοιάζει με Αμερική, ο κόσμος να χαλάσει. Η μεταφορά της «ιδέας», της «αισθητικής», της «φόρμας» γίνεται τόσο ανεπεξέργαστα, που μερικές φορές έχεις την εντύπωση ότι παρακολουθείς αμερικανικό σίριαλ αυτόματα μεταφρασμένο στα ελληνικά. Στο δεύτερο επεισόδιο, ο χαρακτήρας που υποδύεται ο Παπακαλιάτης συνομιλεί με τον νεκρό πατέρα του. Μια σκηνοθετική τεχνική που έκανε θαύματα στο «Six Feet Under» εδώ εξατμίζεται (οι αναφορές στο ίδιο σίριαλ συνεχίζονται διά της αναπαραγωγής επί τέσσερα του εμβληματικού δέντρου στο σήμα της σειράς).

Οι χαρακτήρες, το «χτίσιμο» των χαρακτήρων, υπακούουν τυφλά στην εμμονή της φόρμας, με αποτέλεσμα να παρακολουθούμε τηλεοπτικά ανδρείκελα άψυχων πρωταγωνιστών. Αλλο παράδειγμα. Στο πρώτο επεισόδιο, η ηθοποιός Δανάη Σκιάδη υποδύεται την εξαιρετικά φλύαρη συνεπιβάτιδα του Χριστόφορου σε ένα ταξίδι επιστροφής από τη Θεσσαλονίκη. Η φλυαρία της, εκτός από ενοχλητική, παραείναι αμερικάνικη. Ισως επειδή ζει στη Νέα Υόρκη, θα μπορούσε να αντιτάξει ο σεναριογράφος και σκηνοθέτης της σειράς. Οπότε πάμε παρακάτω. Μία εβδομάδα μετά, οι τέσσερις γιοι του αυτόχειρα πατέρα έχουν συγκεντρωθεί στην κουζίνα και τα λένε, όπως θα έκαναν οι μανάδες μας, μια σκηνή που μάλλον δύσκολα θα τη συναντούσες σε τυπικό ελληνικό σπίτι, ακόμη και στο «μετα-μετα-μοντέρνο» 2009. Γενικά, στο «Τέσσερα» οι άντρες φέρονται σαν γυναίκες και οι γυναίκες σαν άντρες. Οι άντρες φλυαρούν στην κουζίνα, οι γυναίκες δεν προλαβαίνουν γιατί είναι (τόσο) πιεσμένες στα επαγγελματικά τους.

Αρνηση της πραγματικότητας

Η άρνηση της ελληνικής πραγματικότητας είναι πιο εμφανής στον χειρισμό του θέματος της αυτοκτονίας. Η σύζυγος (την υποδύεται η Νένα Μεντή) δεν φοράει μαύρα, ενώ καμιά σκιά δεν βαραίνει την οικογένεια για ένα θέμα που στην ελληνική κοινωνία (και, μεταξύ μας, όχι μόνον) εξακολουθεί να είναι ένα τεράστιο ταμπού. Μέχρι να φτάσουμε στην πιο σκοτεινή σκηνή (στο γραφείο του συμβολαιογράφου όπου διαβάζεται η διαθήκη) προς το τέλος του επεισοδίου, έχουν μεσολαβήσει διάφορες ανέμελες σκηνές, αφύσικα ανέμελες για ανθρώπους που βιώνουν μια ξαφνική οικογενειακή τραγωδία.

Φυσικά, η παραγωγή είναι άψογη, τόσο άψογη που έχει γίνει λίγο ανέκδοτο. Ακόμη και το σπίτι του ροκά – εθισμένου στην κόκα τέταρτου γιου είναι βγαλμένο από κατάλογο καλού επιπλάδικου, στην πιο «cool» εκδοχή του (σελίδα 54, εφηβικό / νεανικό δωμάτιο). Αλλά, εντάξει, τηλεόραση είναι, ας υπακούσουμε στο στερεότυπο ότι ως τηλεθεατές θέλουμε να «ταξιδέψουμε». Και είπαμε, το πρόβλημα στο «Τέσσερα» δεν είναι η επιδερμίδα, τα τυπικά υλικά που φτιάχνουν το αναγνωρίσιμο παπακαλιάτικο σύμπαν: σπίτια και άνθρωποι βορείων προαστίων, θεοποίηση της αισθητικής, μουσική – σάουντρακ των μπαρ της Σκουφά.

Στο άλλο άκρο

Ή μάλλον είναι ακριβώς αυτό. Η επιδερμίδα γίνεται τόσο σημαντική, που εξαϋλώνει το περιεχόμενο, κάθε απόπειρα η «ιδέα» να αποκτήσει ολοκληρωμένη δραματουργική υπόσταση. Θεωρητικά, «συμβαίνουν» συναισθηματικές θύελλες (που θα μπορούσαν να συγκινήσουν), αλλά δεν κουνιέται φύλλο. Γιατί; Μάλλον επειδή οι χαρακτήρες είναι τόσο προσεκτικά φορμαρισμένοι που όλη η προσπάθεια (υποκριτική, σκηνογραφική) εξαντλείται στο «φαίνεσθαι», στο να πειστεί ο ανυποψίαστος τηλεθεατής ότι αυτό που βλέπει κινείται στην ίδια γραμμή ποιότητας παραγωγής με τα αντίστοιχα ξένα προϊόντα.

Αλλά αυτό δεν φτάνει στη σύγχρονη τηλεόραση όταν θέλεις να έχεις μαζί σου κι ένα πολύ πιο υποψιασμένο και ενημερωμένο κοινό, εθισμένο στον αφρό της αμερικανικής τηλεόρασης. Ο Χριστόφορος Παπακαλιάτης ήθελε τόσο απεγνωσμένα να μην κάνει την τηλεόραση των άλλων («λαϊκά», «οικογενειακά» σίριαλ, φίσκα στη μικροαστική κουλτούρα) που πήγε στο άλλο άκρο. Για την ακρίβεια, στην άλλη άκρη του Ατλαντικού.