ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Ο μύθος του Αφρικανού σκλάβου και η αποδόμησή του

Τονι Μορισον

Ελεος

μετάφραση – σημειώσεις – επίμετρο: Κατερίνα Σχινά

εκδ. Νεφέλη, 2009

Τον λιτό, μονολεκτικό τίτλο «Ελεος» φέρει το νέο, ένατο κατά σειρά, μυθιστόρημα της βραβευμένης με Νομπέλ Λογοτεχνίας (1993) Τόνι Μόρισον. Και εδώ, όπως και στα προηγούμενα μυθιστορήματά της, η Αφρο-αμερικανίδα συγγραφέας επιχειρεί να σκιαγραφήσει μια γενεαλογία της φυλής της, ανατρέχοντας στην πλούσια αφρο-αμερικανική παράδοση, καθώς και να επιβεβαιώσει τη φεμινιστική της δέσμευση για αυτοκαθορισμό και ελευθερία της γυναικείας ταυτότητας. Και εδώ, όπως σε όλο το πρόσφατο έργο της, κάνει χρήση μεταμοντέρνων πρακτικών, όπως διατάραξη της χρονικής ακολουθίας, αφηγηματική ασυνέχεια και πολλαπλές αφηγηματικές οπτικές. Η εξιστόρηση του συναρπαστικού αυτού μυθιστορήματος, με έντονη την επίδραση του φωκνερικού λόγου -και συγκεκριμένα του Αβεσαλώμ, Αβεσαλώμ! – γίνεται κυκλικά και ταυτόχρονα σε πολλά χρονικά επίπεδα, ενώ η δομή παραμένει χαλαρή και ελικοειδής.

«Σύμβαση υποτέλειας»

Ωστόσο, ενώ τα προηγούμενα μυθιστορήματα της Μόρισον τοποθετούνται χρονολογικά σε διάφορες στιγμές της αφρο-αμερικανικής ιστορίας, από τον αμερικανικό εμφύλιο πόλεμο ώς τη δεκαετία του 1960, η υπόθεση αυτού του βιβλίου εκτυλίσσεται στα τέλη του 17ου αιώνα, σε μια «αρχική» στιγμή -και γι’ αυτό εξαιρετικά σημαντική- της σύζευξης της αποικιακής βορειοαμερικανικής με την αφρο-αμερικανική ιστορία. Είναι αυτή η εποχή που αρχίζει να «κατασκευάζεται» ο μύθος του Αφρικανού σκλάβου, τότε που ίσως για πρώτη φορά στον Νέο Κόσμο ταυτίζεται η φυλή με τη δουλεία.

Μια απλή αναδρομή στην ιστορία της Δύσης καταδεικνύει τη διαρκή και γενικευμένη ύπαρξη του φαινομένου της δουλείας. Ομως, με την κατάκτηση και αποίκιση της Βόρειας Αμερικής από Ευρωπαίους, την ανάπτυξη της αγροτικής οικονομίας γύρω από τις μεγάλες φυτείες και τον αποδεκατισμό των ιθαγενών δίνεται νέα ώθηση στο δουλεμπόριο και τη βίαιη μετακίνηση πληθυσμών από την Αφρική. Οι νέοι αυτοί μαύροι εργάτες, αρχικά, δεν ήταν σκλάβοι, αλλά εργάζονταν με «σύμβαση υποτέλειας», όπως και πριν από αυτούς οι λευκοί μετανάστες (Σκώτοι, Ιρλανδοί, Γερμανοί κ. ά.), προκειμένου να γίνει απόσβεση των εξόδων μεταφοράς τους στη νέα τους πατρίδα.

Οπως πολύ διεξοδικά και εμπεριστατωμένα παρουσιάζει στο επίμετρό της η Κατερίνα Σχινά, η μετάβαση από το καθεστώς «υποτέλειας» στη μαύρη δουλεία υπήρξε σταδιακή, ενώ τις ρευστές φυλετικές σχέσεις αντικατέστησαν διατάξεις και νόμοι που σιγά σιγά θεσμοθέτησαν τον ρατσισμό. Θέλοντας να καταδικάσει αυτή την ανίερη σύζευξη της αφρο-αμερικανικής φυλής με τη δουλεία και να αποδομήσει τη δήθεν «φυσική» τους σχέση, η Μόρισον εμπλουτίζει το μυθιστορηματικό της κόσμο με ήρωες και ηρωίδες διαφόρων καταγωγικών και ταξικών προελεύσεων.

Ανάμεσά τους, ο Αγγλο-ολλανδός Τζέικομπ Βάαρκ, έμπορος και κτηματίας, ο οποίος φιλοδοξεί, όπως ο ήρωας του Φώκνερ, να χτίσει ένα αρχοντικό, να παντρευτεί και να ζήσει εκεί ως αφέντης. Σε αντίθεση όμως με εκείνον, ο Βάαρκ δεν κατατρέχεται από την εμμονή της «λευκότητας» ώστε να επιχειρήσει να δημιουργήσει άσπιλους, χωρίς ίχνος «νέγρικου» αίματος, απογόνους ούτε άλλωστε είναι ένας στυγνός και ωμός αφέντης. Αντίθετα, στήνει το νοικοκυριό του με βοηθούς, και όχι σκλάβους, μια κακοποιημένη Ινδιάνα και μια νεαρή γυναίκα απροσδιόριστης καταγωγής. Οταν αποφασίζει την αγορά της Φλόρενς, του εξάχρονου μαύρου κοριτσιού που του προσφέρει ο Πορτογάλος δουλέμπορος μεταγαλοκτηματίας για μερική εξόφληση των χρεών του, ο Βάαρκ αποδέχεται τη συναλλαγή ως πράξη ελέους, για να διαφυλάξει το νεαρό κορίτσι από τη σωματική και σεξουαλική βία. Και πράγματι, οι τρεις γυναίκες μαζί με την Αγγλίδα σύζυγο του Βάαρκ συμβιώνουν αρμονικά, προστατεύοντας η μία την άλλη και ανταλλάσσοντας προσωπικά βιώματα και εμπειρίες της γυναικείας τους φύσης.

Ωστόσο, σ’ έναν κόσμο κοινωνικά ρευστό, κλιματολογικά επικίνδυνο και γεωγραφικά εχθρικό, η εύθραυστη ισορροπία της ζωής στο κτήμα διαταράσσεται με το θάνατο του Βάαρκ από επιδημία ευλογιάς. Ο χαμός του ισοδυναμεί με την απώλεια του προστατευτικού ιστού που έκανε δυνατή τη συνύπαρξη των τεσσάρων γυναικών. Η μικρή γυναικεία κοινότητα αδυνατεί να επιβιώσει με συνοχή και αυτάρκεια: αποκλεισμένη, ευάλωτη, «ορφανή», όπως λέει μία από τις ηρωίδες, κινδυνεύει με εξόντωση χωρίς τη διασύνδεσή της με μια μορφή θεσμοθετημένης εξουσίας. Αν και θεσμοί όπως η εκκλησία, η φυλή, ο κοινωνικός σχηματισμός έχουν αποτελέσει στο παρελθόν στόχους δριμείας κριτικής από τη Μόρισον, στο «Ελεος» αποτυπώνονται οι κίνδυνοι που ελλοχεύουν λόγω της απουσίας τους.

Τριπλή ήττα

Σ’ αυτή την ιστορική στιγμή, σ’ αυτό το μαγικό, πλούσιο σε υποσχέσεις τόπο, η Μόρισον ξετυλίγει το μυθιστορηματικό της σύμπαν: είναι ένας κόσμος ανοιχτός, αβέβαιος, αμόλυντος ακόμη από τον ρατσισμό και τη δουλεία, που αγωνίζεται να αποκτήσει την ταυτότητά του. Καθώς, όμως, η ιστορία προελαύνει μέσα στον χρόνο, ο εύθραυστος κόσμος της Μόρισον θα συντριβεί, διπλά και τριπλά ηττημένος από τη λευκή, πατριαρχική, πουριτανική κυριαρχία. Οι τραγικοί μυθιστορηματικοί της ήρωες, όπως άλλωστε και όλη η αφρο-αμερικανική φυλή, θα βρεθούν στο «έλεος» του «αμερικανικού δημοκρατικού πειράματος», το οποίο στο μεταξύ θα έχει αμετάκλητα συνυφανθεί με τη «σιδηροδέσμια εργασία» των μαύρων σκλάβων.

Η Κατερίνα Σχινά μετέπλασε επιδέξια το πρωτότυπο, πετυχαίνοντας να μεταφέρει ακόμη και τις λεπτές αποχρώσεις του ύφους, αποδίδοντας εξαιρετικά την πυκνή και συχνά δύσβατη σύνταξη και τις υπαινικτικές κοινωνικο-ιστορικές αναφορές του αμερικανικού κειμένου. Επιπλέον, το κατατοπιστικό επίμετρο στο οποίο η μεταφράστρια παραθέτει τα ιστορικά γεγονότα και ερμηνεύει τις συνέπειές τους συμβάλλει αποφασιστικά στην αναγνωστική απόλαυση του κειμένου, πλέκοντας γύρω του ένα πλούσιο ιστορικό ιστό, ένα «υφάδι» πάνω στο οποίο προβάλλεται η μοναδικότητα της αφήγησης της Τόνι Μόρισον.