ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Ανορθόδοξος Τσέχοφ εις διπλούν

Αντον Π. Τσεχοφ
Ο Βυσσινόκηπος
σκην.: Στ. Λιβαθινός
Θέατρο: Οδού Κεφαλληνίας

Αντον Π. Τσεχοφ
Ο Θείος Βάνιας
σκην.: Γ. Χουβαρδάς
Εθνικό Θέατρο – Κεντρική Σκηνή

Σας θυμίζει κάτι; Ο «Βυσσινόκηπος» είναι η ιστορία μιας οικογένειας η οποία για χρόνια ζει πάνω από τα εισοδήματά της. Μια σπάταλη, αριστοκρατική οικογένεια η οποία δανείζεται συνέχεια, με αποτέλεσμα να βγει σε πλειστηριασμό το κτήμα με τις βυσσινιές που αγαπά πολύ. Ο Αντον Π. Τσέχοφ έγραψε -πριν από καμιά εκατοστή χρόνια- ένα έργο το οποίο θεωρήθηκε συμβολικό για τη ρωσική αριστοκρατία που ήταν σε παρακμή, και τη μεσαία, την αστική τάξη που άρχισε να ξεπροβάλει. Λέγεται -και είναι όντως έτσι- πως τα έργα του Αντον Πάβλοβιτς Τσέχοφ (1860-1904) είναι διαχρονικά. Πως ισχύουν ακόμα και σήμερα και πως οι χαρακτήρες του είναι πάντα επίκαιροι.

Βλέποντας τώρα την οικογένεια της κυρίας Ρανέφσκαγια Λιουμπόφ Αντρέγεβνα, της κόρης και της ψυχοκόρης της, του αδελφού της Λέονιντ Γκάγιεφ να ζουν σε πλήρη απραξία και απάθεια μπροστά στην επερχόμενη οικονομική καταστροφή, γίνεται να μην πάει το μυαλό του Ελληνα θεατή στα δικά μας και στη γενική σπατάλη που μας έφεραν στο σημερινό κατακλυσμιαίο χρέος; Δεν είμαστε μήπως κι εμείς πολύ κοντά ώστε να ξεπουληθούν οι δικοί μας οπωρώνες στα διεθνή νομισματικά ταμεία; Δεν βρισκόμαστε κι εμείς στην εποχή ενός καταδικασμένου παρελθόντος; Τέλος πάντων. Κύκνειο άσμα του συγγραφέα ο Βυσσινόκηπος, δείχνει το τέλος μιας εποχής και υπήρξε θέμα συζήτησης ως προς το εάν το έργο ήταν για γέλια ή για κλάματα.

Την εποχή αυτή υπάρχουν δύο παρεμβατικές και αναμεταξύ τους αισθητικά συγκρουόμενες προσεγγίσεις στα αθηναϊκά θέατρα. Ενας μετα-ρωσικός «Βυσσινόκηπος» στη δειλά στυλιζαρισμένη σκηνοθεσία του Στάθη Λιβαθινού και ένας μετα-γερμανικός «Θείος Βάνιας» του Γιάννη Χουβαρδά στο Εθνικό Θέατρο. Μακριά από την προϊστορία του λυρικού ψυχολογικού θεάτρου, όπως το βλέπαμε μέχρι σήμερα στα πολλαπλά τσεχοφικά «ανεβάσματα» στις ελληνικές σκηνές, μακρύτερα ακόμα από τις συνήθεις αναλύσεις της ανθρώπινης συμπεριφοράς, οι δύο παραστάσεις εμφανίζουν έναν ανορθόδοξο απ’ όσα γνωρίζαμε Τσέχοφ.

Σ’ έναν χαοτικά σκηνοθετημένο «Βυσσινόκηπο», όπου παραβλέπεται κάθε ιδεολογικός και κοινωνικός χαρακτήρας ο οποίος υπάρχει στο έργο, οι χαρακτήρες ισοπεδώνονται αφήνοντας ικανούς ηθοποιούς -ανάμεσά τους οι Μπέττυ Αρβανίτη, Γιάννης Φέρτης, Τζίνη Παπαδοπούλου, Δημοσθένης Παπαδόπουλος, Κώστας Γαλανάκης- να κολυμπήσουν ελεύθερα από μόνοι τους.

Στον «Θείο Βάνια» ένας υπερφίαλος και ευέξαπτος συνταξιούχος καθηγητής επιστρέφει στο οικογενειακό κτήμα με τη νέα κι όμορφη γυναίκα του Ελένα. Οι συγγενείς που ζουν στο αγρόκτημα τον συντηρούσαν για πολλά χρόνια. Εκτός από έναν πυροβολισμό που πέφτει δίχως δραματικές επιπτώσεις και από το άσκοπο φλερτάρισμα του γιατρού Αστροβ και του θείου Βάνια προς την Ελένα δεν συμβαίνει τίποτα το περαιτέρω αξιοσημείωτο. Ούτε στο έργο αλλά ούτε και στην κατά κυριολεξία «ιδρυματοποιημένη» παράσταση, έτσι τουλάχιστον όπως τη σκηνοθέτησε ο Γιάννης Χουβαρδάς, όπου τα εννέα πρόσωπα του έργου βρίσκονται διαρκώς σε μια ψυχρή αίθουσα που θυμίζει -ή είναι- σανατόριο. Αντιγράφω από το πρόγραμμα: «Στο άσυλο: όλες οι εκδηλώσεις της ζωής διεξάγονται στον ίδιο χώρο… Κάθε φάση της καθημερινής δραστηριότητας του μέλους συντελείται σε άμεση συναναστροφή με μια σωρεία άλλων, οι οποίοι όλοι τυγχάνουν της ίδιας μεταχείρισης και από τους οποίους απαιτείται να κάνουν το ίδιο πράγμα… κ.τ.λ.». Οχι! Αυτή η γραμμή δεν είναι ακριβώς του σκηνοθέτη της παράστασης αλλά ενός Καναδού κοινωνιολόγου, του Erving Goffman, ο οποίος το 1961 είχε συγγράψει το διαφιλονικούμενο στην εποχή του πόνημα «Ασυλα». (Asylums: Essays on the Social Situation of the Mental Patients and Other Inmates. New York, Doubleday). Ο ίδιος επιστήμονας είναι γνωστός και για το παρακάτω απόφθεγμά του: «Η κοινωνία είναι ένα άσυλο παραφρόνων το οποίο διοικείται από τους τροφίμους του».

Τώρα είναι γνωστό ότι στο θέατρο, όπου το βάρος πέφτει στους χαρακτήρες, οι κλινικές περιπτώσεις δεν μπορούν να ενδιαφέρουν παρά μόνο τους ειδικούς, δηλαδή τους ψυχιάτρους. Οπως είναι επίσης αποδεκτό από τους περισσότερους ότι τα ρεαλιστικά έργα του Τσέχοφ αναλύουν μεν ψυχολογικά τους ήρωες, λαμβάνοντας πάντα ως δεδομένο ότι διατηρούν κατά το μάλλον ή το ήττον τα λογικά τους. Πώς λοιπόν να αξιολογήσεις μερικούς από τους -κατά τ’ άλλα- λίαν αξιόλογους ηθοποιούς όπως τον Ακύλλα Καραζήση, τον Μάνο Βακούση, τη Μαρία Σκουλά, τη Μάγια Λυμπεροπούλου όταν σου δηλώνεται ότι «οι τρόφιμοι τείνουν… να αισθάνονται κατώτεροι, αδύναμοι… αξιόμεμπτοι και ένοχοι…» και όταν το προσωπικό (στον ρόλο της Μαρίνας ο Γιάννης Βογιατζής!) «…τείνει να αισθάνεται ανώτερο και ενάρετο». Ακολουθώντας κατά πόδας την εκκεντρική δημιουργία του συνομήλικου συναδέλφου του Γερμανοελβετού Φίλιπ Μάρταλερ (καλλιτεχνικός διευθυντής του Κρατικού Θεάτρου της Ζυρίχης, 2000-2004), ο Γιάννης Χουβαρδάς ανέτρεψε τον Τσέχοφ (υπερτονίζοντας τα οικολογικά μηνύματα που υπάρχουν στο κείμενο και διανθίζοντάς το με τραγούδια της Εντίθ Πιάφ(;) δίχως κάποιο λόγο.