ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Μου αρέσει η αβάσταχτη ελαφρότητά μου

Στο βάθος της αίθουσας χορού στο Badminton ένας άδειος καναπές εποχής τραβάει την προσοχή. Θα παραμείνει άδειος σε όλη τη διάρκεια της πρόβας για τη νέα παράσταση του «Δάφνις και Χλόη» που παρουσιάζει αυτές τις μέρες στο Μέγαρο Μουσικής Θεσσαλονίκης (έως και αυτή την Τετάρτη 3/2) και από τον Μάρτιο στο «Παλλάς» της Αθήνας, το χοροθέατρο «Οκτάνα» του Κωνσταντίνου Ρήγου. Οι τελευταίες ακτίνες του ήλιου τον χαϊδεύουν σαν μια ονειρική ανάμνηση μιας άλλης εποχής. Παρ’ όλα αυτά η ατμόσφαιρα που επικρατεί στην αίθουσα δεν αποπνέει καμία νοσταλγία.

Οι ερμηνευτές βιάζονται να μάθουν το έργο στη νεαρή χορεύτρια που αντικαθιστά την πρωταγωνίστρια (η οποία έπαθε ατύχημα λίγες μέρες πριν από την πρεμιέρα…), ενώ ο Κωνσταντίνος Ρήγος δίνει οδηγίες, ελέγχει το lap top του και κανονίζει ταυτόχρονα όλες τις τελευταίες λεπτομέρειες για το πολυαναμενόμενο ριμέικ του Δάφνις και Χλόη.

Δεκαπέντε ολόκληρα χρόνια έχουν περάσει από τον Ιανουάριο του 1995 όταν στο θέατρο «Αποθήκη» η «Οκτάνα» ανέβαζε ένα έργο που δίχως να το ξέρει θα άλλαζε την πορεία του σύγχρονου χορού στην Ελλάδα. Μια παράσταση η οποία πήρε το Κρατικό Βραβείο χορογραφίας της χρονιάς και έμεινε αξέχαστη σε όσους την είχαν δει. Ο Κωνσταντίνος Ρήγος, μόλις στη δεύτερη δουλειά του μετά την αποφοίτηση του από την Κρατική Σχολή Χορού έφερνε έναν αέρα πρωτοπορίας, μια καινούργια, ολόφρεσκη σελίδα στον ελληνικό χορό.

Μέσα από μια ιδιαίτερη φαντασία, τη δική του «τρέλα» και τη συνεργασία του με νέους ταλαντούχους καλλιτέχνες της γενιάς του. Εγινε ένα μεγάλο «μπουμ» και όλοι μιλούσαν για την «Οκτάνα» και τον «μεταφυσικό ποπ» χορογράφο της που όχι μόνο έβαζε τους χορευτές του να χορεύουν γυμνοί αλλά δοκίμαζε χωρίς φόβο και με μεγάλη τόλμη τα όρια του χοροθεάτρου. Υπήρξε μια εποχή που οι φανατικοί του Ρήγου (και ακόμη) δεν θα έχαναν παράστασή του με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί ένα κοινό (κυρίως νεανικό) που παρακολουθούσε ενσυνείδητα σύγχρονο χορό. Σε παράλληλη πορεία με την «Ομάδα Εδάφους» του Δημήτρη Παπαϊωάννου τα δύο αυτά σχήματα οριοθέτησαν και επηρέασαν με τον τρόπο τους, τους περισσότερους σημερινούς Ελληνες χορογράφους και χορευτές.

Στην καρέκλα απέναντί μου ο Κωνσταντίνος Ρήγος μου μιλάει για την ιδέα του να προβάλλει αποσπάσματα από το παλιό Δάφνις και Χλόη κατά τη διάρκεια του έργου ή πριν. Δεν είναι νοσταλγός του παρελθόντος ακόμα κι όταν η συζήτηση για τον χορό σήμερα αποδεικνύει ότι τελικά τίποτα δεν έχει αλλάξει στη μιζέρια και τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει ένας χορογράφος. «Στην Ελλάδα πρέπει πάντα να ξεκινάς από την αρχή και ό, τι έχεις κάνει είναι συχνά σαν να μην υπήρξε».

Εκείνος κατάφερε να πορευτεί μόνος του, αφού εδώ και χρόνια η Οκτάνα δεν επιχορηγείται ενώ παράλληλα με τις χορευτικές παραστάσεις της ομάδας του που μειώθηκαν στο πέρασμα του χρόνου στράφηκε στα βίντεο κλιπ, στη show business, στη σκηνοθεσία μέχρι και στο τραγούδι και στα εικαστικά. Χωρίς ενοχές και φόβους ότι προδίδει την τέχνη του. Οχι. Ο Κωνσταντίνος Ρήγος μιλάει με ειλικρίνεια και δηλώνει ικανοποιημένος για ό, τι έχει κάνει.

Δεν καταλαβαίνω γιατί θα πρέπει να φορτώνομαι με όλες αυτές τις ενοχές

Αυθόρμητος και ταυτόχρονα βαθυστόχαστος, cool και ευαίσθητος. Ακόμη κι αν δεκαπέντε χρόνια μετά ο ρομαντισμός του «Δάφνις και Χλόη» του φαίνεται «κάπως παιδαριώδης», μέσα του δεν έχουν αλλάξει και τόσα πολλά. Ισως τελικά η αθωότητα να είναι κάτι που δεν μπορεί να χαθεί ποτέ.

– Πώς ξεκίνησε η ιδέα να «ξανακοιτάξετε» αυτό το έργο;

– Μου έγινε πρόταση από το Μέγαρο Μουσικής Θεσσαλονίκης να ανεβάσω ένα έργο σε σχέση με τον χορό. Συζητήσαμε διάφορα πράγματα και τελικά σκέφτηκα ότι θα ήθελα να ξαναδώ το «Δάφνις και Χλόη», όχι να αναπαράξω μια παράσταση που έκανα στο παρελθόν αλλά να την ξανακοιτάξω. Πώς θα ήταν εάν την έβλεπα ξανά έπειτα από δεκαπέντε χρόνια. Αν και δεν είμαι λάτρης του παρελθόντος, αυτή η επέτειος του έργου συν τα είκοσι χρόνια που έχω ιδρύσει την Οκτάνα με οδήγησαν να πάρω αυτήν την απόφαση.

Αθωότητα

– Η παράσταση του «Δάφνις και Χλόη» συνοδεύεται από μια ανάμνηση. Τι έχει κρατηθεί από τότε;

– Εχουμε πάει σε μια εντελώς διαφορετική παράσταση. Το μόνο που έχει κρατηθεί είναι πως χορεύουν πάλι οκτώ ερμηνευτές, η μουσική του Ραβέλ, το σκηνικό το οποίο έχει μεταφερθεί στον χρόνο και είναι μια ασπρόμαυρη αναπαραγωγή του μέσα από μεγάλες εκτυπώσεις (ο Αντώνης Δαγκλίδης το υπογράφει). Εχω δώσει μεγάλο βάρος στη χορογραφία και στην ερμηνεία της, έχω κρατήσει το λιμπρέτο του Φοκίν όπως τότε, αλλά πια πολύ ουσιαστικά βάζοντας και εικόνες από τον Λόγγο στον οποίο βασίζεται το έργο. Οι χορευτές είναι σε τρομερή εγρήγορση, βρίσκονται συνέχεια πάνω στη σκηνή στη μία ώρα που διαρκεί η παράσταση. Οπως και τότε (αυτό είναι επίσης ένα στοιχείο που κρατιέται) το περιβάλλον τους έχει κλείσει σε ένα σπίτι και η φύση έρχεται μέσα από την αποτύπωσή της (πίνακες, υγρασία στους τοίχους). Τα πρόσωπα δεν μπορούν να βγουν έξω και αναγκάζονται αυτό το βουκολικό μυθιστόρημα που μιλάει για την αθωότητα του έρωτα στη φύση να το ζήσουν στο εσωτερικό ενός σπιτιού, ενώ η αθωότητα είναι κάτι που πρέπει να παιχτεί για να υπάρξει.

– Η αθωότητα χάνεται;

– Κατά κάποιο τρόπο χάνεται με την έννοια ότι αναγκάζεσαι να μάθεις πράγματα, να διδαχτείς από τη ζωή, όμως στην πραγματικότητα ο αυθορμητισμός που δημιουργεί η αθωότητα είναι κάτι που δεν μπορεί να χαθεί εύκολα. Εγώ, όσο κι αν έχω προσπαθήσει να μην είμαι αυθόρμητος απέναντι στα πράγματα, δυστυχώς δεν τα καταφέρνω, κάτι που για άλλους μπορεί να είναι περίεργο αλλά για μένα είναι ο τρόπος μου και δεν μπορώ ούτε θέλω να τον αλλάξω. Μου αρέσει που κάνω λάθη, μπερδεύομαι ή κάνω πράγματα που δεν θα περίμενε κανείς. Μου αρέσει η «αβάσταχτη ελαφρότητα του είναι».

– Δέκα πέντε χρόνια μετά τι έχει αλλάξει;

– Δεν έχουν αλλάξει πολλά… Εχει αλλάξει ο τρόπος που βλέπω τον χορό, ο τρόπος που κινούμαι και συνθέτω. Νομίζω ότι είμαι πιο τολμηρός στις επιλογές και στις αποφάσεις μου, παρότι τότε φοβόμουν τι θα κάνω έπειτα από χρόνια και πώς θα συνέχιζα να έχω ιδέες. Τελικά, όταν είσαι στη διαδικασία της σκέψης γεννιούνται οι ιδέες. Αισθάνομαι λίγο πιο νέος απ’ ό, τι τότε, έχω περισσότερη ενέργεια, περισσότερη διάθεση. Τότε είχα την ενέργεια της ηλικίας και τη φυσιολογική ροή των πραγμάτων· τώρα είναι περισσότερο η διάθεσή μου η πραγματική να είμαι νέος, να συμπεριφέρομαι σαν να είμαι 25 χρόνων, έχοντας όλα αυτά που γνωρίζω στο κεφάλι μου, όμως να είμαι σε επαφή με νέους ανθρώπους, να είμαι update στα πράγματα και γι’ αυτό συχνά ξενίζουν οι επιλογές μου. Εχω επιλέξει να ζω τον ρυθμό μιας πολύ έντονης ζωής, να έρχομαι σε επαφή με πάρα πολύ κόσμο, να ζω μέσα στη δύναμη των νέων στα clubs, σε όλη αυτή την κουλτούρα και να βρίσκω μέσα από εκεί τη μεταφυσική της για να τη φέρω εκεί που θέλω.

Οι επιλογές

– Κάποιοι έχουν σχολιάσει την ενασχόλησή σας με τη show business, τα νυχτερινά μαγαζιά και τα βίντεο κλιπ. Είναι επιλογές που εσάς σας ικανοποιούν;

– Είμαι ευτυχισμένος με τις επιλογές που έχω κάνει. Θεωρώ ότι αν δεν τις είχα κάνει δεν θα είχα εκτονώσει δυνάμεις που έχω μέσα μου, ούτε θα είχα επικοινωνήσει εικόνες με ένα μεγαλύτερο κοινό που ήθελα. Από την άλλη, αυτή η πλευρά μου μόνο έτσι θα μπορούσε να εξωτερικευτεί σωστά και να μην αναγκάζεται να καταπιέζεται μέσα σε άλλα έργα. Επίσης, έχω φύγει από τη μιζέρια του «αχ δεν έχω τα λεφτά να κάνω μια παράσταση”, «αχ αν δεν κάνω μια παράσταση δεν θα ζήσω” ή να δουλέψω για κάτι που δεν θα μου άρεσε μόνο και μόνο για να πληρώσω το ενοίκιό μου. Ολοι έχουμε μια άλλη πλευρά και όλοι φοβόμαστε τι θα πουν οι άλλοι. Μια ζωή έχω, δεν μπορώ να στερηθώ αυτό που θέλω να ζήσω γιατί κάποιος μπορεί να κρίνει ότι αυτό δεν είναι σωστό. Ζούμε έτσι κι αλλιώς από παιδιά σε ένα σύμπλεγμα πραγμάτων τα οποία μας έχουν αναγκάσει να φοβόμαστε τι θα πούμε, τι θα μας πούνε, πώς θα κινηθούμε, τι θα φορέσουμε, πώς θα κάνουμε έρωτα ή πώς θα αγαπηθούμε, πώς θα ζήσουμε, πού θα πάμε. Δεν καταλαβαίνω για ποιο λόγο θα πρέπει να φορτώνομαι με όλες αυτές τις ενοχές.

Ολα γίνονται λάθος

Είμαι χαρούμενος που, ενώ θα έπρεπε να γκρινιάζω για το χορό, δεν γκρινιάζω και μπορώ να στηρίζομαι πια σε μένα. Είναι τόσο λάθος τα πράγματα, που δεν έχει νόημα να ασχοληθείς. Το σύστημα, οι επιχορηγήσεις, η παιδεία, η αξιολόγηση, οι χώροι, ο χρόνος, η ασφάλεια των χορευτών το πιο κύριο. Τι να πω; Οτι τελικά γίνεσαι χορευτής για να χορέψεις στα μπουζούκια ή είσαι σε δύο – τρεις ομάδες που δεν πληρώνεσαι και πρέπει να τρως όλη σου τη μέρα διδάσκοντας ενώ θα έπρεπε να χορεύεις; Τι άλλο; Οτι έχουμε τόσο καλούς χορευτές, οι οποίοι δεν μπορούν να χορέψουν πουθενά;