ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Ο Μάικλ Τσανς και η θυελλώδης κ. Μουζά

Αφιερωμένη στον Βρετανό συνθέτη Χένρι Πέρσελ ήταν η βραδιά που διοργανώθηκε στις 23 Ιανουαρίου στην Αίθουσα Δημήτρης Μητρόπουλος. Το σύνολο μπαρόκ μουσικής Sinfonia αποτελούμενο από γνωστούς Ελληνες μουσικούς -τη Φανή Γκάρτσου και τον Γιάννη Παπαγιάνη στα φλάουτα, την Εφη Μηνακούλη στη θεόρβη, τον Αγγελο Ρεπαπή στη βιόλα ντα γκάμπα και την Κατερίνα Κτώνα στο τσέμπαλο- συνεργάστηκε με τις Ροσβίτα Ντόκαλικ και τη Φανή Βοβώνη στο βιολί όπως επίσης με τον Χρήστο Βλάχο στη βιόλα. Σολίστ ήταν ο γνωστός Βρετανός κόντρα τενόρος Μάικλ Τσανς.

Κυρίαρχη ήταν η χαρακτηριστικά βρετανική βουκολική διάθεση της μουσικής, την οποία το ελληνικό σύνολο απέδωσε με πειθαρχημένο, γλυκύ, στρογγυλό ήχο και όσες εναλλαγές ύφους επέτρεπαν τα καθαρά ενόργανα μέρη που επελέγησαν.

Ο Μάικλ Τσανς ξεκίνησε κάπως αμήχανα με μία άρια γραμμένη πολύ χαμηλά για τη φωνή του αλλά έδωσε τις πλήρεις δυνάμεις του στα αποσπάσματα που ακολούθησαν. Ο έλεγχος της φωνής και η ασφάλεια σε θέματα αισθητικής επέτρεψαν εκφραστικές ερμηνείες μεγάλης λεπτότητας. Συχνά με τη συνοδεία ενός μόνον οργάνου, της θεόρβης, της βιόλας ντα γκάμπα ή του τσέμπαλου, έπλαθε κόσμους μαγικούς.

Μοναδική επιφύλαξη υπήρξε η σταθερή αδυναμία στη χαμηλή περιοχή της φωνής που αδυνάτιζε τη στήριξη ή την κατάληξη κρίσιμων φράσεων.

Από τη συναυλία της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών (ΚΟΑ) που πραγματοποιήθηκε λίγες ημέρες νωρίτερα (17 Ιανουαρίου) στην Αίθουσα Φίλων της Μουσικής κρατά κανείς τη θυελλώδη ερμηνεία της Αλεξίας Μουζά στο 3ο Κοντσέρτο για πιάνο του Μπετόβεν. Διαθέτοντας εντυπωσιακή αυτοπεποίθηση, η νεαρή πιανίστρια έπαιξε με πρωτοφανή δύναμη, καθαρότητα και ακρίβεια.

Ομως, περισσότερο απ’ όλα φάνηκε να κατανοεί το έργο και την εποχή του: οι φράσεις είχαν αρχή, μέση και τέλος, υπήρχαν αρκετά επίπεδα δυναμικής ώστε να δημιουργείται διάλογος ανάμεσα σε κύριες και δευτερεύουσες φράσεις ενώ όποτε χρειαζόταν, το παίξιμό της γινόταν αέρινο, φευγαλέο. Η αισθητική, με διατυπώσεις σαφείς, χωρίς περιττούς γλυκασμούς, κοιτούσε περισσότερο προς την κλασική εποχή παρά προς τον ρομαντισμό.

Κρίμα που η ορχήστρα υπό τη διεύθυνση του Ενρίκε Μπατίς στάθηκε τελείως αμέτοχη, δίχως την παραμικρή διάθεση για διάλογο με τη θαυμάσια πιανίστρια.

Γενικότερα, δεν ήταν καλή βραδιά ούτε για την ΚΟΑ, ούτε για τον Μεξικανό αρχιμουσικό. Ο Μπατίς ξεκίνησε το πρόγραμμά του με την εισαγωγή του Μέντελσον στον «Ρουί Μπλας» του Ουγκό και το ολοκλήρωσε με την 3η Συμφωνία «του Ρήνου» του Ρόμπερτ Σούμαν. Και στις δύο περιπτώσεις ο ιδεαλισμός των έργων βυθίστηκε σε μία ερμηνεία βαριά και αδιάφορη, με ήχο χωρίς περιγράμματα ή αποχρώσεις.