ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Η πολυμορφία του κόσμου της βίας

Μιλούσα σε προηγούμενο σημείωμα για τις δομές και τις συγκυρίες που διαπλέκονται στο δημοφιλές χορευτικό τραγούδι «Κάτω στη Βάλτου τα χωριά». Καιρός να εκθέσω βραχυλογικώς τη δική μου πρόσληψη των σημαινομένων του: στη γεωγραφική περιοχή που το ίδιο καθορίζει, υπάρχουν πολλοί κλέφτες με οικονομική ισχύ, προφανώς άτομα που συναλλάσσουν τους κλέφτικους με τους αρματολικούς ρόλους· οι δεύτεροι είναι η προϋπόθεση της σταθεροποίησης που ρίζα της είναι η ληστρική αρπαγή. Ορισμένα από τα πρόσωπα αυτά διεκδικούν αρματολίκια που τα κατείχαν, ίσως, και τα είχαν χάσει. Οι αναφορές στις διοικητικές αρχές της Αρτας υποδηλώνουν ότι πρόκειται για ένα τοπικό επεισόδιο, ενσωματωμένο σε έναν γενικότερο μηχανισμό. Ο εξυμνητικός χαρακτήρας του τραγουδιού ευνοεί αυτή την ενσωμάτωση. Οι χρόνοι των συμβάντων, όπως ήδη σημείωσα, μπορεί να είναι πολλοί, τόσο αν περιοριστούμε στη στενή τοπικότητα, όσο κι αν επεκταθούμε σε μια ευρύτερη γεωγραφία. Πριν όμως φέρουμε στη μνήμη κάποια από τα πολλά παραδείγματα, ας σχολιάσουμε λίγα από τα όσα κιόλας έχουμε επισημάνει ή υπαινιχθεί.

Θα πρέπει προηγουμένως να επισημάνω κάτι που διαφεύγει από τη «δημόσια», όπως κατάντησε να τη λέμε, δηλαδή χρησιμοθηρική, ιστοριογραφία: οι αρματολοί δεν είναι αυτοδύναμες μονάδες, υπόκεινται σε μιαν ιεραρχία βαθμιδωτή. Οι άμεσοι προϊστάμενοι, Αλβανοί μουσουλμάνοι στην περίπτωσή μας, όπου μπορεί να εμφιλοχωρήσει και κάποιος χριστιανός (συνεπώς «γκρέκο», για τους ιταλόφωνους παρατηρητές), βρίσκονται κι αυτοί σε διαμάχη αναμεταξύ τους, διαμάχη που συνδέεται με το σύστημα συμμαχιών που επιλέγουν οι ιεραρχικώς ανώτεροί τους, πασάδες και μουτεσελίμηδες, ως προς τις περιοχές που μας ενδιαφέρουν εδώ, για τις οποίες διαθέτουμε επαρκή τεκμηρίωση· το ίδιο ισχύει και για τις τοπικές αυθεντίες, τους προεστούς, οι οποίοι είχαν σημαίνοντα ρόλο στην εκλογή των αρματολών ή «μπεκτσήδων». Με δυο λόγια, ένας πολυμιγής κόσμος με δομικού χαρακτήρα αντιθέσεις, κόσμος, ως προς τους κατακτημένους, «νόμιμος» και ταυτόχρονα «έκνομος».

Συνήθως λέγεται: κόσμος της νομιμότητας οι κοινοτικοί άρχοντες – «προεστοί», «προύχοντες», «κατσαμπάσηδες», «τζορμπατζήδες» και άλλα παλαιότερα, όπως «άρχοντες». Κόσμος της παρανομίας οι «κλέφτες», «χαϊντούκοι» αλλού, διαμεσολαβούμενοι από τη λειτουργία του αρματολισμού, ο οποίος μετέχει, καθώς λέγαμε, εναλλακτικώς και στους δυο κόσμους. Οχι. Η έννομη κοινωνία των κοινοτικών αυθεντιών μετέχει κι αυτή στους δύο λειτουργικώς αντίθετους κόσμους υποκείμενη στον μηχανισμό των μειζόνων και κάθετων αντιθέσεων, στον αιματηρό ανταγωνισμό που διατρέχει την κορυφή της πυραμίδας του εξουσιαστικού συστήματος. Κοντολογίς, η διχοτομία ανάμεσα σε νόμιμους και έκνομους, σε «φρόνιμους» και ατίθασους ή αγρίους είναι ιδεοτυπική, όχι πραγματική: η νομιμότητα και η ανομία υπάρχουν ως καταστάσεις, αλλά τα ίδια πρόσωπα, οι ίδιες ομαδώσεις, μετέχουν στη μια και στην άλλη κατάσταση με αιτούμενο, σε ύστερη ανάλυση, την κυριαρχική ενσωμάτωση στο γενικό εξουσιαστικό σύστημα. Το δημοτικό τραγούδι είναι το αντιφέγγισμα αυτής της πολυμορφίας. Κατά κανόνα συγκρατεί δυο στιγμές της διαπάλης, τη σύγκρουση και τον θάνατο: όταν η πρώτη δεν συνεπάγεται τον δεύτερο, το τραγούδι είναι υμνητικό· όταν τον συνεπάγεται, γίνεται θρηνητικό, κάτι σαν νεκρώσιμη ακολουθία, θρηνεί τα άτομα, αλλά και τη στολή τους.

Η διαδρομή

Ολοι, βέβαια, οι κλέφτες ή οι αρματολοί που «αγριεύθηκαν» και γίνανε κλέφτες δεν πετυχαίνουν εκείνο που επιζητούν τα κλεφτομαζώματα του χορευτικού μας τραγουδιού: προλαβαίνει ο θάνατος να τερματίσει τους πόθους τους, καθώς ο κλέφτης είναι ζουλάπι, δηλαδή αγρίμι, «και το ζουλάπι έχει τέχνη το τουφέκι»: αυτό τους κόβει τη ζωή κι αρχίζει ο κοπετός, καθώς εκείνος μιας μάνας που, περπατώντας στην ακροποταμιά, βρίσκει του Γιάννου τα μαλλιά, του Γιάννου τις πλεξούδες και σαν πάει και παραμπροστά βρίσκει και το κεφάλι.

Η διαδρομή από τη ληστεία στη νομιμότητα διαφεύγει από την αφήγηση του δημοτικού τραγουδιού και στη θέση του θα έπρεπε να είχε υπάρξει το έπος ή η έμμετρη χρονογραφία, αλλά για να υπάρξει εκείνο κι εκείνη, προϋπόθεση ήταν η ύπαρξη ισχυρών ηγετικών φυσιογνωμιών ή ομαδώσεων, όπως οι «στραντιότι», ηγεμονικές φυσιογνωμίες και ομαδώσεις που υπερέβαιναν τις αντίστοιχες των κλεφτών και των αρματολών: τα κλέφτικα τραγούδια είναι σπαράγματα βίων, όχι βίοι. Ο Αλή πασάς βρήκε τους ραψωδούς του, ιδίως στο πρόσωπο του Χατζή Σεχρέτη με τους ελληνόφωνους στίχους του, απείκασμα μιας κοινής με έντονες τις χρήσεις και τις λέξεις του κυρίαρχου εξουσιαστικού συστήματος, του οθωμανικού. Οσο για την εναλλαγή των ρόλων αρματολού και κλέφτη, μάλλον αμυδρό αντιφέγγισμα έχουμε στα κλέφτικα, όπως, ανάμεσα στα παραδείγματα εκείνο το τραγούδι που προσγράφεται στον Θοδωράκη Γρίβα («είμουν παιδί και γέρασα αρματολός και κλέφτης», αλλά και στις δυο περιπτώσεις καυχάται ότι ποτέ δεν ντρόπιασε τ’ άρματά του).

Πολλές από τις πρακτικές του κόσμου της βίας ξεφεύγουν από τον ποιητικό τρόπο του κλέφτικου τραγουδιού, λόγου χάρη οι, πρόσκαιρες μάλλον, συμφιλιώσεις των αντιπάλων· την απομνημόνευσή τους τυχαίνει να διασώζει άλλου τύπου μαρτυρία, η ενθύμηση, το βραχύ χρονικό: «Ετος 1760 κάνω θύμηση εγώ ο Χρήστος Αρκουμάνης το γκιρό (:τον καιρό) οπού πιάσαμε αγάπη με τον καπετάν Στάθη (…)»· «Ετος 1777, Μαρτίου 20, θύμησιν οπού ανταμώθη ο Δημήτρης με το Χρήστο και με το Γεώργη του Δημητράκη εις τα Σαρδίνανα (:χωριό του Βάλτου) και π’ αγαπήθηκαν πίσω, να έχουν το αρματολίκι και να δώκει (:μάλλον ο πρώτος) τους σκλάβους οπίσω». Βαλτινίσια θυμήματα που απηχούν τις αναγκαίες ρυθμίσεις, τις συναινέσεις, όταν η «τέχνη» του τουφεκιού δεν ήταν ικανή να αποσυνθέσει και να ανασυνθέσει.

Ωσπου να τελέψουν τη ζωή τους με φυσικό (γιατί ερχόταν κι αυτός) ή βίαιο θάνατο, δοσμένον επίσης και από το συγγενολόι τους, αυτά τα πρόσωπα μπορούσαν να τύχουν μιας ανάπαυσης, αμνηστευόμενα ή βρίσκοντας απλώς καταφύγιο στις δυτικές κτήσεις, όχι μόνο τις βενετικές, να τύχουν της προστασίας κάποιων από τους ομολόγους τους έξω από τις δυτικές επικράτειες ή μέσα σ’ αυτές επικουρούμενα από ισχυρούς αξιωματούχους ή άλλα διαπλεκόμενα με τις επιχειρήσεις τους άτομα. Στις πολλές στιγμές της ανατροπής των ισορροπιών η εξουσιαστική ικανότητα δεν αποδιάρθρωνε πάντα το ευρύτερο οικογενειακό μόρφωμα: οι γαμήλιες στρατηγικές, αν από το ένα μέρος προσφέρονταν στη διάσπαση της αρρεγονικής συνέχειας στην εξουσία μέσω των ενδοοικογενειακών συγκρούσεων, από το άλλο διαιώνιζαν την επιβίωση του ευρύτερου οικογενειακού πλέγματος· το ίδιο μπορούσε να συμβεί και με τις κοινοτικές αυθεντίες. Δεν είναι της στιγμής να παραδειγματολογήσουμε ως προς το ζήτημα αυτό.

Η οικονομία

Χωρίς, προς το παρόν, παραδείγματα, ας υπομνησθεί ότι, όταν οι αρματολοί κατάφερναν με την πολιτική τους να στεριώσουν στους τόπους τους, αξιοποιούσαν την κυριαρχική τους ικανότητα μετατρέποντάς την σε οικονομική: έφτιαχναν κοπάδια, γιδοπρόβατα και βοοειδή, άνοιγαν ζευγάρια που τα δούλευαν με σέμπρους και, προφανώς, επιδίδονταν σε κάποιες από τις μορφές της εμπορίας. Ας υπομνησθεί ακόμη η διασύνδεση της κλεφτουριάς και των αρματολών με τα βλάχικα ομαδιάσματα, από τα οποία ορισμένοι τους προέρχονταν, ας υπομνησθεί δηλαδή ο κτηνοτροφικός συντελεστής της οικονομίας τους, στο σύνολό της αγροτοκτηνοτροφική. Πριν όμως στεριωθούν στους τόπους τους, είχαν τη δική τους οικονομία, εκείνη της λείας, εξωτερικό γνώρισμα της οποίας, καθώς λέγαμε, ήταν το επιδεικτικό πρότυπο της ενδυμασίας. Τούτο δεν σημαίνει ότι περιδιάβαζαν στα βουνά «αρματωμένοι στο φλουρί», ούτε ότι το νοικοκύρεμα των αρματολών ήταν κοινό για όλο το συγγενολόι: η διαφοροποίηση, ωστόσο, δεν το διέσπαζε θεσμικώς. Είχαν την αίσθηση, κυριολεκτικότερα τη συνείδηση, μιας ιεραρχίας, γενικευμένης άλλωστε, στην οποία οι «πρώτοι» δεν ήταν ίσοι με τους άλλους όμαιμους ή συντεχνίτες. Είχαν, ακόμη, τη συνείδηση ότι το κύρος υποχρεώνει την ένταξή τους σε ένα γενικώς αποδεκτό κώδικα, σύνηθες σύνδρομο του οποίου ήταν η ευλάβεια: γι’ αυτό ένας Σταθάς χτίζει στα 1700 ένα μοναστήρι και ένας άλλος, άγνωστος στα χρονικά Σουλιώτης αναγκάζει «στανικώς» τον αγιογράφο να τον εξεικονίσει σε περίοπτη θέση, στα τέλη τού 18ου αιώνα στον ευκτήριο οίκο, του οποίου χρηματοδότησε την εικονογράφηση στη Λάκα Σούλι.

* Ο κ. Σπ. Ι. Ασδραχάς είναι ιστορικός.