ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Ο ιδιότυπος ουμανισμός του Τριαρίδη

Μια πετριά είναι βίαιο σχίσιμο, είναι κραυγή. Μια εκτεταμένη καταστροφή είναι σφετερισμός, έστω κι απ’ την ανάποδη. Και ο συγγραφέας; Ο ποιητής; Η διαφορά ανάμεσά τους; Οταν ο Θεσσαλονικιός Θανάσης Τριαρίδης (1970) εκτίθεται σε ποιήματα περιορισμένης έκτασης που ελλειπτικά, καλοκουρδισμένα, αφηγούνται συγκεκριμένες ιστορίες (Ich bebe – όταν οι αμαξάδες μαστιγώνουν τ’ άλογα, 2007), υπηρετεί ένα στόχο πολιτικό («κάπως να σπάσεις τη μούγγα σου»…) χωρίς να σύρεται πίσω από αυτόν. Οταν, στην πρώτη του εμφάνιση, μας έδινε με το «Ο άνεμος σφυρίζει στην Κουπέλα» (2000) ένα μυθιστόρημα υψηλής πρωτοτυπίας, ιδιότυπου μαγικού ρεαλισμού και ενός αφηγηματικού θάρρους που εμπιστευόταν εξίσου το θερμό βορειοελλαδίτικο ιδίωμα όπως και το θράσος της σάρκας, είχαμε κάθε λόγο να χαιρετίσουμε το καινούριο στη γέννησή του.

Φανταστείτε τώρα έναν έφηβο σε παράκρουση, να κατεβαίνει τον δρόμο σπάζοντας. Μια βιτρίνα, δυο, τρεις – γιατί συνεχίζει; Ο ίδιος βυθίζεται, ίσως, ολοένα και βαθύτερα στην άβυσσο του εαυτού του. Δεν βλέπει πια ότι τον βλέπουν. Ο παρατηρητής όμως (ο αναγνώστης) υπάρχει πάντοτε. Και η ανάγνωσή του θα διαφέρει, βεβαίως, ανάλογα με τον αν έχει μπροστά του μια βιτρίνα σπασμένη ή έναν ολόκληρο δρόμο με καταστήματα καμένα και σμπαραλιασμένα. Στην πρώτη περίπτωση θα έχουμε «παρέμβαση» στον χώρο (μιλώντας με όρους εικαστικούς). Στη δεύτερη μιαν ογκώδη «εγκατάσταση» – ενώ ο δράστης αναλαμβάνει εκών-άκων ρόλο «ιστορικό» (στους συγγραφείς μπορεί, τότε, να γίνει λόγος και για «μανιέρα»). Ετσι, με κάθε του αράδα, πεζολογική ή ποιητική (όλα τα κείμενά του, των παλαιότερων βιβλίων του συμπεριλαμβανομένων, διατίθενται πλέον ελεύθερα στην ιστοσελίδα του) ο Τριαρίδης επιτίθεται, πλέον, και οργιάζει.

Πορνογραφεί με θρησκευτική προσήλωση και αντικληρικό μένος: στο «Μελένια λεμόνια» (2005) προτείνει μιαν ανασκευασμένη Καινή Διαθήκη με την ερωτική ηδονή στο επίκεντρο. Παρά τον φαινομενικό ευδαιμονισμό του επαγγέλλεται έναν ιδιότυπο νιτσεϊκό ουμανισμό. Ποιήματα, αφηγήματα, δοκιμιακά σχόλια, ανασκευές μύθων αγωνιούν μέσα από χείμαρρους λέξεων να στρατευθούν: να καταγγείλουν, να σοκάρουν, να αποκαλύψουν, να υμνήσουν.

Η ιδέα μιας σύγχρονης ελληνικής πορνογραφίας είναι, πράγματι, ελκυστική. Οταν την ελέγχει και την πλάθει, όταν τη μεταγγίζει προσεχτικά σε λογοτεχνικές φόρμες που δονούνται κι αναπλάθονται χάρη στη μετάγγιση (Κουπέλα, Ich bebe), η γραφή του είναι δραστική. Οταν ξεφεύγει και επαναλαμβάνεται, όταν η εμμονή κυριεύει τη γραφή, η γραφή ηττάται. Μπορεί να στέκει ακόμη το αίτημα (αντίθεση στον εθνικισμό και τον ρατσισμό, διαρκής ηδονή, ελεύθερος έρωτας), αυτό είναι άλλη συζήτηση. Η γραφή όμως του Τριαρίδη, που στην ελλειπτική, στη δομημένη εκδοχή της υπηρετεί καλά όλους τους αφέντες (σχίζει τη σιωπή, «σπάει τη μούγγα», όπως ο ίδιος το ζητά), πνίγεται μέσα στον εαυτό της όταν υπερχειλίζει. Οπως (θα έπρεπε να) πνίγεται κάθε αυταρχική γραφή, κάθε γραφή ποιητή-προφήτη που αναζητά υπηκόους μάλλον, παρά συνομιλητές.

Είναι όμορφη, συνταρακτική η αμοιβαία αποπλάνηση Εύας και Αγγέλου («Η απώλεια», 2009) – την αποπλάνηση του Αγγέλου χρησιμοποιεί άλλωστε και ο Φίλιπ Πούλμαν για να οδηγήσει σε λύση τη γνωστή «Τριλογία» του για μεγάλα παιδιά και εφήβους (έτσι δυο «αντι-εκκλησιαστικοί» συγγραφείς συναντιούνται στην αναζήτηση εικονοκλαστικών μοτίβων). Ομως η ποιητική και εξαίσια πορνογραφική αυτή στιγμή βουλιάζει στο ξεχείλισμα των άλλων δύο πολύ μετριότερων κειμένων που την περιστοιχίζουν για να συγκροτήσουν την τριλογία «Ειδύλλια». Ο σκληρός και ακμαίος ερωτισμός γίνεται βαρύ και δύσπεπτο σιροπιαστό γλυκό, αδικαιολόγητη υπερπαραγωγή. Το ίδιο συμβαίνει, φοβόμαστε, με τον αντεθνικιστικό λόγο του «Κόψε-κόψε» (2008): λίγοι στίχοι θα ήταν δηλητηριώδεις, όπως συμβαίνει τόσες φορές στα ποιήματα του Ich bebe (το ποίημα «Οι μελανιασμένες Νύμφες του ποταμού» θα έπρεπε να κάνει τον γύρο της Ευρώπης, τώρα που πυκνώνουν οι συζητήσεις για το μεταναστευτικό και για τα «δύσκολα» ελληνικά σύνορα, το ίδιο και το «Ενα μουγγό αγόρι»· θα έπρεπε να διδάσκονται στα σχολεία αυτά τα ποιήματα).

Υπάρχει άραγε κάτι που χρήζει γενικού σχολιασμού; Πρόκειται απλώς για έναν ταλαντούχο επαναστάτη συγγραφέα, που δεν τιθασεύει πάντα επαρκώς τη γραφή του; Τι γίνεται αν ο Τριαρίδης δεν υπερχειλίζει μονάχα λόγω ταμπεραμέντου ή «από άποψη»; Μήπως κάποια συνθήκη «κοινωνική» τον εξωθεί; Δεν είμαστε οπαδοί της στρατευμένης τέχνης, είναι ωστόσο βέβαιο πως δεν ανθεί μια τέτοια τέχνη σε καιρό τυχαίο. Ας ελέγξουμε, με αφορμή τις εμμονές Τριαρίδη, την Ελλάδα που μας περιβάλλει ως προς την ανεκτικότητά της στη διαφορά, στην ελευθεροστομία, στην έκφραση. Ας στοχαστούμε πάνω στην υπόθεση: τι είδους κοινωνία γεννά καλλιτέχνες που το βάζουν στα πόδια προκειμένου να μην ωριμάσουν, συγγραφείς που επιμένουν, με τα βιβλία τους, να (θέλουν να) της προκαλούν ηλεκτροσόκ…