ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Σπήλαια Διδύμων και Μονή Αυγού

«Θέλεις να σου πω τι όνειρο έβλεπα;», με ρώτησε καθώς περπατούσαμε στο μονοπάτι ο παράξενος ταξιδιώτης που, άγνωστο πόθεν, ήρθε και με συνάντησε στις ερημιές της Αργολίδας. «Θέλω να μου πεις τι όνειρο βλέπω εγώ τώρα», του απάντησα. «Ή τι συμβαίνει τέλος πάντων. Ποιο είναι στα αλήθεια το όνομά σου; Ποιος είσαι;». «Σου είπα, με λένε Φρόντι», απάντησε με ήρεμη φωνή και χωρίς ίχνος ενόχλησης ο γοητευτικός άγνωστος. Αυτός προχωρούσε μπροστά, εγώ τον ακολουθούσα μερικά μέτρα πιο πίσω. Περπατούσαμε αργά. Ο Φρόντις δεν βιαζόταν. Περπατούσε σιγοσφυρίζοντας εκείνο το ίδιο τραγούδι που είχε στα χείλια του όταν πρωτοήρθε προς το μέρος μου. Εμοιαζε σαν να μην τον απασχολεί τίποτα. Ή σχεδόν τίποτα. Καθώς πλησιάζαμε στη μοτοσικλέτα μου, χάιδεψε αργά την κοιλιά του και είπε: «Πεινάω. Εσύ;»

Ενευσα κουνώντας το κεφάλι μου, «ναι, κι εγώ πεινάω». Ηταν παράξενο, αλλά δεν ένιωθα πια καμιά ανησυχία. Το αντίθετο: ένα αίσθημα ευχαρίστησης με πλημμύριζε, το οποίο προσπαθούσα να απωθήσω και να συγκρατηθώ στην πραγματικότητα. Ήταν όμως ένα πολύ οικείο συναίσθημα. Ήταν αυτή η ζεστασιά που νιώθει κανείς όταν βρίσκεται κοντά σε δικούς του ανθρώπους. Επιασα τον εαυτό μου να του μιλάει σαν να ήμασταν φίλοι από παλιά.

«Τι τραβάει η όρεξή σου;», τον ρώτησα. Χωρίς να το σκεφτεί καθόλου, λες και κάπου ήταν ήδη στρωμένο ένα τραπέζι και το φαγητό είχε σερβιριστεί και μας περίμενε, μου απάντησε: «Φακές!». «Εντάξει, φακές εδώ πέρα δεν υπάρχει περίπτωση να βρούμε. Τίποτ’ άλλο;», του απάντησα. Ομως ο Φρόντις επέμεινε. «Θα μαγειρέψω εγώ. Φαντάζομαι εξακολουθούν να σου αρέσουν». Ενα ρίγος διαπέρασε τη σπονδυλική μου στήλη. Πού το ξέρει αυτός ότι μπορώ να χαρίσω το μισό μου βασίλειο για ένα ζεστό πιάτο φακές; Γύρισα και τον κοίταξα. Σταμάτησε και με κοίταξε και αυτός. Κανείς δεν μίλησε πρώτος, περιμέναμε και οι δυο να πει κάτι ο άλλος. Ομως κανείς δεν είπε τίποτα.

Φτάνοντας στη μοτοσικλέτα, είδα ότι μερικά μέτρα πιο πέρα είχε παρκάρει και ο Φρόντις τη δική του. Δύο μεγάλοι δερμάτινοι σάκοι ριγμένοι σαν σαμάρι δεξιά και αριστερά από τη σέλα, χωρούσαν όλα του τα πράγματα. Φόρεσε το κράνος του και έβαλε μπρος. Γύρισε και με κοίταξε. Κούμπωσα το μπουφάν μου, φόρεσα κι εγώ το κράνος μου, και μ’ ένα νεύμα από αυτά που αποτελούν τη μυστική γλώσσα των μοτοσικλετιστών του είπα: «Προχώρα μπροστά, σε ακολουθώ».

Νεάντερταλ

Οδηγώντας στον κεντρικό δρόμο βόρεια από το Κρανίδι, διασχίσαμε το χωριό Φούρνοι, περάσαμε τη διασταύρωση για Σαλαντί, και λίγο πριν από το χωριό Δίδυμα στρίψαμε αριστερά (δυτικά) σ’ έναν δρομάκο, ακολουθώντας μια πινακίδα που έγραφε «Σπήλαιο Διδύμων». Ο Φρόντις σταμάτησε τη μοτοσικλέτα του στην άκρη του δρόμου, με μια κίνηση που σημαίνει «έλα δίπλα μου». Σταμάτησα δίπλα του, έσβησα τη μηχανή, άνοιξα τη ζελατίνα του κράνους μου και πάτησα το rec στο κασετοφωνάκι μου. Μαζί με τα κελαηδίσματα των πουλιών και το θρόισμα των κλαδιών του ελαιώνα, γράφτηκε και η ζεστή, βαθιά φωνή του παράξενου ταξιδιώτη.

«Σ’ αυτές τις δύο σπηλιές, πριν από περίπου 40.000 χρόνια, έβρισκαν καταφύγιο κάποιοι κυνηγοί που οι επιστήμονες πιστεύουν ότι ήταν Νεάντερταλ, ένα είδος ανθρωπιδών που εξαφανίστηκε μυστηριωδώς γύρω στο 35.000 π.Χ., όταν πια είχαν επικρατήσει οι Homo Sapiens, όπως αυτοί που άφησαν τα ίχνη τους στο Φράγχθι. Πιο σωστό βέβαια θα ήταν να μιλάμε για πρώην σπηλιές, μια που η οροφή τους κατέρρευσε πριν από χιλιάδες χρόνια, και τώρα είναι δύο σπηλιές καμπριολέ, δύο τεράστιες τρύπες λες και έσκασαν εδώ μετεωρίτες…».

Πήγαμε πρώτα σ’ αυτήν που φαίνεται στη βάση του λόφου. Μέσα εκεί είχε τη στάνη του ένας βοσκός, αλλά ήμασταν τυχεροί και το κοπάδι έλειπε. Ετσι, απολαύσαμε τους εντυπωσιακούς ήχους και τα πετάγματα των πουλιών που φωλιάζουν στις απρόσιτες τρύπες ψηλά στα τοιχώματα. Μετά πήγαμε στην άλλη «σπηλιά» που είναι κρυμμένη ανάμεσα στους ελαιώνες και δεν φαίνεται από μακριά, την είδαμε μόνο όταν πια είχαμε φτάσει δίπλα της. Τα τοιχώματά της είναι απόκρημνα, αλλά κάποιοι έχουν σκάψει ένα στενό τούνελ με σκαλιά που οδηγεί στη βάση της. Μέσα σ’ αυτή τη σπηλιά, στα τοιχώματά της, είναι λαξευμένα δύο μικρά και πολύ όμορφα ξωκλήσια, νότια το ξωκλήσι του Αγίου Γεωργίου και βόρεια το ξωκλήσι της Μεταμόρφωσης. Γύρω από τις «σπηλιές», στην άκρη των χωραφιών και ανάμεσα στους ασβεστόλιθους και τη χαμηλή βλάστηση, ο Φρόντις μού έδειξε ένα μικρό θαύμα της αργολικής Φύσης, τις κιτρινοκόκκινες άγριες τουλίπες που ανθίζουν εδώ κάθε άνοιξη. «Οπου αλλού κι αν προσπάθησαν να τις μεταφυτεύσουν ή να τις καλλιεργήσουν δεν έπιασαν, εδώ είναι ο τόπος τους, μόνο εδώ».

Αν έχεις πίστη διάβαινε…

Το απόγευμα μάς βρήκε λίγο πιο βόρεια, στο χορταριασμένο πλάτωμα έξω από ένα πανέμορφο και ερημικό μοναστήρι, τη Μονή Αυγού, μερικά χιλιόμετρα δυτικά από το χωριό Πελεή. Ο Φρόντις είχε ανάψει το καμινέτο του και σιγόβραζε τις φακές, εγώ έστησα το αντίσκηνο και μετά καταπιάστηκα να γράφω το άρθρο. Ανάψαμε μια μικρή φωτιά για παρέα και ζεστασιά, ανοίξαμε κι ένα μπουκάλι κόκκινο κρασί. Γεμίσαμε τις τσίγκινες κούπες μας, αλλά εγώ ήμουν ήδη μεθυσμένος με όλα αυτά που συνέβαιναν. Ο Φρόντις με είχε πάρει από το χέρι και με ταξίδευε στον τόπο και τον χρόνο. Μάντευε τις σκέψεις μου, απαντούσε πριν ρωτήσω, οδηγούσε και ακολουθούσα.

«Θα αναρωτιέσαι γιατί το λένε αυτό το μοναστήρι Μονή Αυγού. Ακου την ιστορία, όπως μου την είπε ο βοσκός που έχει τη στάνη του εδώ, ο Αλέξης ο Καραβίδας, που του την είχε πει ο παππούς του, που κι αυτουνού του την είχε πει ο προπάππους του. Είχε τάξει που λες μια γυναίκα ενός γειτονικού χωριού το μωρό της, να το ρίξει κάτω από τον βράχο αυτόν που βλέπεις, που στα ριζά του είναι το μοναστήρι. Ποιος ξέρει γιατί, πάντως το ‘χε τάξει το μωρό. Και καθ’ οδόν που ‘ρχότανε ακολούθησε και μια άλλη γυναίκα, και αυτή με το μωρό της. Ερχονται εδώ πέρα, και μόλις είδε τον βράχο η πρώτη γυναίκα πάγωσε το αίμα της. Πετάνε πρώτα ένα αυγό -γι’ αυτό το λένε Μονή Αυγού- και βάρεσε στις πέτρες και δεν έσπασε. Αφού δεν έσπασε το αυγό, σταυροκοπήθηκαν μπροστά στο θαύμα οι γυναίκες, και της λέει η άλλη, αυτή που τη συνόδευε, «άντε, πέτα το το παιδί». «Οχι» της λέει αυτή, «πέτα εσύ πρώτα το δικό σου». Αυτή η δεύτερη ήταν πιστή και θεοσεβούμενη και το πέταξε. Το παιδί σώο και αβλαβές, δεν έπαθε ούτε γρατζουνιά, σαν να έπεσε στα άχυρα. Παρακινήθηκε και η πρώτη, αυτή που το ‘χε τάξει, και το παιδάκι τσακίστηκε στα βράχια και σκοτώθηκε. Δεν είχε πίστη. Κατάλαβες…».

Με τα τελευταία του λόγια, ο Φρόντις γέμισε με αχνιστές φακές την καραβάνα μου, γέμισε το ποτήρι μου με κρασί, και με άφησε χαμένο μέσα στην ομίχλη των θρύλων και της προϊστορίας. Αμέτρητες κιτρινοκόκκινες τουλίπες και εκατομμύρια αγριολούλουδα γύρω μας, μαζί και η θεϊκή γεύση της ζεστής σούπας, ήταν το χειροπιαστό θαύμα που με είχε αγκαλιάσει…