ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Τα «Απαντα» του Γιωσέφ Ελιγιά

«…με της Ελλάδας τη μελίρρυτη φωνή
και με τη φλογερή ψυχή της Ιουδαίας…»

Πόσοι άραγε γνωρίζουν στην Ελλάδα τον Σιαλώμ Αλεϊχέμ;

Ο διάσημος, στον καιρό του, Ουκρανοεβραίος συγγραφέας (1859-1916) έγραψε κυρίως στα γίντις, συνέθεσε δε το «Οι κόρες του Τέβγε» όπου στηρίχθηκε το σενάριο της ταινίας «Ο Βιολιστής στη Στέγη». Το αριστούργημά του «Η πολιτεία των Καθριελητών», σε ατμόσφαιρα ανάλογη με εκείνη του «Βιολιστή», είχε κυκλοφορήσει στα ελληνικά σε συνέχειες ήδη στη δεκαετία του ’20 – με πρωτοβουλία και σε μετάφραση του τραγικού Ελληνοεβραίου Γιαννιώτη, του ποιητή και λογίου Γιωσέφ Ελιγιά (1901-1931).

Η δίτομη έκδοση των Απάντων του Ελιγιά (Γαβριηλίδης, 2009) με εκτενή εισαγωγή και σχόλια του Λέοντα Ναρ έρχεται να καλύψει ένα καθόλου κολακευτικό κενό που έχαινε στα ελληνικά γράμματα. Η αποσπασματική, μέχρι τώρα, και ελλιπής έκδοση των έργων του Ελιγιά στη γλώσσα του, τα ελληνικά, είχε εδραιώσει, αν όχι για τον επιστήμονα της γραμματολογίας πάντως όμως για τον κοινό αναγνώστη, μιαν εντύπωση διαθλασμένη. Ενας Εβραίος ποιητής, ένας κομμουνιστής, κατατρεγμένος και αποσυνάγωγος, με όλη τη σημασία της λέξης, ως προς τη συντηρητικότατη εβραϊκή κοινωνία των Ιωαννίνων του Μεσοπολέμου ο Ελιγιά βρίσκει ανάξιό του «καταφύγιο» διδάσκοντας στο Κιλκίς, ενώ η σκιά του Καρυωτάκη τον βαραίνει. Πεθαίνει πρόωρα· το έργο του γίνεται μήλον της Εριδος ανάμεσα σε σιωνιστές και αριστερούς. Στον πόλεμο, τα χειρόγραφα καταστρέφονται.

Τώρα, οι 877 σελίδες των Απάντων ξεδιπλώνουν στα έκπληκτα μάτια μας όχι μονάχα έναν ώριμο ποιητή με επεξεργασμένες στοχεύσεις αλλά και έναν ακάματο διανοούμενο, που υπηρετεί με προσήλωση τη συνομιλία δυο γλωσσών, δυο πολιτισμών, εβραϊκού και ελληνικού. Ο Ελιγιά αναλαμβάνει ένα εκτεταμένο «πρόγραμμα» διαμεσολάβησης μεταξύ των δυο πανάρχαιων αυτών ρευμάτων. Μεταφράζει συστηματικά ποίηση και πεζογραφία, αρχαία και σύγχρονη, από τα εβραϊκά στα ελληνικά, συνοδεύοντας πολλές από τις μεταφράσεις αυτές με λεπτομερή φιλολογικό σχολιασμό που συμπεριλαμβάνει και εκτενή συζήτηση της γερμανόφωνης και γαλλόφωνης βιβλιογραφίας στην οποία διέθετε, φαίνεται, πρόσβαση.

Βιβλικά κείμενα

Μελετά και μεταγράφει δημοτική ποίηση των ελληνόφωνων ρωμανιωτών Εβραίων της Ηπείρου, θέτοντας παράλληλα ευρύτερα ζητήματα καταγραφής και διάσωσης ενός παλαιότατου «διπλού» πολιτισμού. Οραματίζεται τη μεταφορά των βιβλικών κειμένων στη νεοελληνική, έργο που δυστυχώς δεν προλαβαίνει να πραγματοποιήσει. Ας αναλογιστεί ο αναγνώστης τη βαρύτητα που θα είχε μια απόδοση της Παλαιάς Διαθήκης στη δημοτική, σε μιαν εποχή που το γλωσσικό ζήτημα κόχλαζε, ενώ η ελληνόφωνη κοινότητα δεν διέθετε καμία, από όσο γνωρίζουμε, εκτεταμένη γραπτή λαϊκή αφήγηση στην αληθινή της γλώσσα. Οι ευαίσθητες κεραίες του αριστερού και του μειονοτικού δεν είχαν «πιάσει», απλώς, την εκρηκτική και γόνιμη ελληνο-εβραϊκή χημεία: ήταν ο ίδιος η χημεία τούτη, η ζωντανή της ένωση, μα ήταν και ο δημιουργός που συνειδητά τη διέπλαθε και τη διέδιδε ως νέα πραγματικότητα.

«Με φλογισμένη την ψυχή σα χρυσοσκάει η Αυγούλα,/ με φουντωμένα ολόμαυρα μαλλιά θα ξεκινήσω…» – να υπογραμμίζει, άραγε, με τον αναφερόμενο στο παρουσιαστικό του στίχο, «με φουντωμένα ολόμαυρα μαλλιά», το πάθος της δυσβάσταχτης, εντέλει, ταυτότητας που κουβαλά; Εκτός από τον «βιβλικό τόνο» που «κατάφερε να ενσωματώσει ιδανικά στο έργο του» (Ναρ) ο Ελιγιά σκάβει βαθιά κι ακούραστα με τις μεταφράσεις την κοινή κοίτη ελληνισμού – εβραϊσμού: με το χορταστικά σχολιασμένο «Ασμα Ασμάτων» και όσους «Ψαλμούς» κατάφερε να μεταγγίσει («Το χέρι μου να ξεχαστεί ποτές μου αν σε ξεχάσω/ Ιερουσαλήμ…»), με τη σύγχρονή του εβραϊκή ποίηση, με τα πεζογραφικά αριστουργήματα του Αλεϊχέμ και του Φρίσμαν, με τις φιλολογικές-κριτικές μελέτες του, ακόμη και με τα εβραιολογικά εγκυκλοπαιδικά λήμματα που συνέγραφε για βιοπορισμό, κληροδοτεί αναγνωστικούς θησαυρούς και αντικείμενα μελέτης. Πολλά από τα κείμενα αυτά, ιδίως οι «Καθριελήτες» που δεν έχουν τίποτε να ζηλέψουν από τα διηγήματα του νομπελίστα Ισαάκ Μπάσεβιτς Σίγγερ, δικαιούνται αυτοτελείς, εύχρηστες εκδόσεις προς τέρψιν του κοινού. Θα μπορέσει, μετά την έκδοση των Απάντων του, ο Ελιγιά να μηδενίσει το κοντέρ και ν’ αρχίσει από την αρχή την επαφή του με τους ελληνόφωνους αναγνώστες, που με τόση αυταπάρνηση υπηρέτησε;