ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Ενα κοινό αμήχανο στις σκηνές της καλοκαιρινής Αθήνας

Θυμάμαι πριν από περίπου ένα χρόνο σε μια παράσταση σύγχρονου χορού γνωστής ξένης ομάδας, τον φίλο που καθόταν δίπλα μου, έμπειρο σε θέματα χορού να αναστενάζει κάθε τόσο κοιτώντας το ρολόι του. Στο τέλος δεν άντεξε: «Μα καλά, γιατί σε όλα όσα βλέπουμε φέτος οι χορευτές κινούνται σαν νευρόσπαστα;», αναρωτήθηκε δυνατά. Καθ’ ότι ήμαστε περικυκλωμένοι από θεατές που μας κοιτούσαν σοκαρισμένοι, δεν τόλμησα να πω πολλά.

Πριν από λίγες μέρες, στην παράσταση του Φορσάιθ στην Πειραιώς, τον θυμήθηκα όταν μια ομάδα ηθοποιών σχολίαζε την αντίδραση ενός θεατή που σηκώθηκε κι έφυγε στη μέση της βραδιάς φωνάζοντας: «Μα καλά, μας βάζουν να πληρώνουμε 25 ευρώ για να δούμε κάτι τέτοιο;». Οι ίδιοι είχαν την άποψή τους, αλλά κάπου φαινόταν να τον κατανοούν.

Εδώ και αρκετά χρόνια, η σχέση του κοινού με μια παράσταση σύγχρονου χορού ή θεάτρου έχει αλλάξει. Τελευταίως, μοιάζει να έχει φτάσει ο κόμπος στο χτένι… Πάνε οι εποχές που ως θεατής χαλάρωνες στην καρέκλα σου και είτε απολάμβανες μια παράσταση είτε άφηνες τον εαυτό σου να ζήσει μια συγκινητική / έντονη / βαρετή εμπειρία, αναλόγως του έργου.

Τώρα πια, οι «απαιτητικές» παραστάσεις είναι ο κανόνας και όχι η εξαίρεση. Ναι μεν ο Φορσάιθ λέει ότι ιδανικά οι νέες χορογραφικές σκέψεις θα πρέπει να απευθύνονται σε ένα προσηλωμένο (κοινώς διαβασμένο) κοινό, από την άλλη τονίζει ότι δεν τον ενδιαφέρει η αντίδραση του θεατή, αλλά η παρουσία του. Παρομοίως σκέφτονται πολλοί μεγάλοι καλλιτέχνες του μεγέθους του Φορσάιθ σήμερα.

Είναι φανερό πως η τέχνη έχει ανάγκη την ελευθερία να ψάξει τα επόμενα βήματά της, το πρόβλημα, όμως, είναι ότι την ίδια ανάγκη έχουν πια και οι θεατές. Και τουλάχιστον στην Ελλάδα δεν είναι τόσο αποδεκτό ή καθώς πρέπει να αντιδράσεις εάν είσαι ενός «επιπέδου», δηλαδή ο γνώστης του χώρου ή ο ειδικός θα πρέπει να κάνει υπομονή εν ονόματι της τέχνης. Επομένως, ποιο θα είναι το επόμενο βήμα πριν πούμε «δεν αντέχουμε άλλο»; Μήπως ήρθε η ώρα οι καλλιτέχνες να αναθεωρήσουν το δεδομένο ενός κοινού αναμορφώνοντας την κλασική σκηνή ενός καταπιεστικού πλέον θεάτρου;

Ας καθιερωθούν οι εναλλακτικοί χώροι, ένα πιο φθηνό εισιτήριο, κυρίως το δικαίωμα του θεατή να πει την άποψή του και να αντιδράσει ανοιχτά, απλά μερικές ιδέες. Εξάλλου, κατά Φορσάιθ, «ακόμα και το να μη σου αρέσει το έργο είναι ένα συναίσθημα». Ή όπως εξηγεί πιο αναλυτικά: «Απ’ όλα τα συναισθήματα προτιμώ την έκπληξη, την απορία, το να μην ξέρει κανείς ακριβώς τι να περιμένει. Αυτό είναι το κεντρικό μότο της δουλειάς μου και η ιδανική συνθήκη για μένα. Να ξέρω ότι όταν πηγαίνω στο θέατρο, δεν έχω απαντήσεις. Και ότι όταν βγαίνω από το θέατρο, έχω ακόμα λιγότερες».