ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Ο Τζον Μάλκοβιτς σκηνοθετεί ένα αφιέρωμα στον Πίντερ

Διακρίνω το κεφάλι του Τζον Μάλκοβιτς αμέσως μόλις μπαίνω στο προαύλιο του ξενοδοχείου, παρότι εκείνος βρίσκεται στη σάλα με γυρισμένη την πλάτη προς το μέρος μου και σκιασμένος από το στόρι. Εχει μια αύρα αυτό το κρανίο. Ο Μάλκοβιτς μόλις έφτασε στο Εδιμβούργο, όπου σκηνοθετεί τον παλιό φίλο του, τον Βρετανό ηθοποιό Τζούλιαν Σαντς, στην παραγωγή «A Celebration of Harold Pinter». Είναι η πιο «αστεράτη» παράσταση στο φετινό φεστιβάλ.

Ο Σαντς με χαιρετάει κουνώντας το χέρι μόλις μπαίνω στο σαλόνι και αρχίζει να μετακινεί τα καθίσματα για να μπορέσουμε οι τρεις μας να συζητήσουμε. Ο Μάλκοβιτς έχει αράξει νωχελικά σε μια μεγάλη δερμάτινη πολυθρόνα. Ο Σαντς, που φαίνεται νεότερος από τα 50 χρόνια του, μιλάει με άνεση και ακρίβεια· ο Μάλκοβιτς μιλάει αργά και όταν αφηγείται τού αρέσει να στέκεται στις λεπτομέρειες.

Η προέλευση αυτής της παράστασης ανάγεται στο 2005. Ο Πίντερ επρόκειτο να κάνει μια ανάγνωση ποιημάτων του, αλλά ο καρκίνος του λάρυγγα είχε επηρεάσει τη φωνή του και ζήτησε από τον Σαντς να τον αντικαταστήσει, καθοδηγώντας τον στην απαγγελία. «Μετά τον θάνατό του», λέει ο Σαντς, «επανέλαβα το ρεσιτάλ στο Λος Αντζελες, σαν φόρο τιμής. Το ηχογράφησα και έστειλα μερικά CD σε κάποιους που δεν μπόρεσαν να παρευρεθούν, ανάμεσά τους και στον Τζον». Αργότερα πλησίασε τον Σαντς ο παραγωγός Νικ Μπρουκ προτείνοντάς του να δώσει μια παράσταση Πίντερ στο Εδιμβούργο, και ακολούθως να περιοδεύσει. Εκεί έκανε την είσοδό του ο Μάλκοβιτς.

«Ο Τζον μου είχε πει όταν του έστειλα το CD ότι έπρεπε να δουλέψω πάνω σ’ αυτό για να γίνει μια θεατρική παράσταση. Τον είχα μόλις δει να παίζει στο The Infernal Comedy και η δύναμη της παρουσίας του ήταν τόσο επιβλητική που σκέφτηκα ότι αν ήταν να συνεργαστώ με κάποιον για τον Πίντερ, έπρεπε να είναι εκείνος. Η συμβολή του ως σκηνοθέτη είναι περισσότερο σαν του διευθυντή ορχήστρας. Το να συνεργάζεσαι με ένα άτομο που μπορεί να σου μεταγγίσει τη δική του ερμηνευτική ακεραιότητα είναι εξαιρετικά πολύτιμο».

Συζητούσαν για την παράσταση επί ένα χρόνο. «Είμαι πολύ ευχαριστημένος μ’ αυτήν», λέει ο Μάλκοβιτς με τη βαθιά, μουρμουριστή φωνή του. «Είναι συγκινητική, είναι αστεία, δίνει ένα πολύ ολοκληρωμένο πορτρέτο του Χάρολντ». Τονίζει πόσο κεντρικό ρόλο είχε το έργο του Πίντερ στη ζωή και των δυο τους. «Ο Χάρολντ και η δουλειά του είναι κάτι για το οποίο συζητάμε με τον Τζούλιαν από τότε που γνωριστήκαμε πριν από 28 χρόνια (όταν έπαιξαν μαζί στο «Κραυγές στη σιωπή») και σχεδόν κάθε φορά που συναντιόμαστε». Είναι επίσης γοητευμένος με τον Πίντερ ως άνθρωπο. «Ο Χάρολντ εξέπεμπε ηλεκτρισμό. Ενιωθες ότι αν του έσφιγγες το χέρι θα πάθαινες ηλεκτροπληξία και θα σπαρταρούσες σαν ψάρι».

Ο Μάλκοβιτς ειδικεύτηκε στον Πίντερ όταν σπούδαζε θέατρο στο Illinois State University. Σκηνοθέτησε πολλά έργα του στο περίφημο Steppenwolf Theatre Company στο Σικάγο και συνεργάστηκε μαζί του σε μια παραγωγή του έργου «Old Times» για το BBC. Ο ίδιος και ο Σαντς ελπίζουν να εμφανιστούν κάποτε μαζί σε έργο του, με πρώτη υποψηφιότητα την «Ουδέτερη ζώνη». Αμφότεροι θαυμάζουν, όπως λέει ο Σαντς, «τον πλούτο της γλώσσας, το εξωφρενικό, ανατρεπτικό χιούμορ, τις άγριες, κοφτερές σαν στιλέτο αντιπαραθέσεις».

Οι παραγωγοί δίνουν έμφαση στο γεγονός ότι η ζωή του πιο διάσημου αριστερού δραματουργού της Βρετανίας δοξάζεται σε μια παράσταση σκηνοθετημένη από έναν Αμερικανό που θεωρείται δεξιός. «Τόσο δεξιός που αναγκάζεσαι να αναρωτηθείς μήπως αστειεύεται», όπως είχε πει ένας συνάδελφός του, ο ηθοποιός Ουίλιαμ Χούτινς. Η άποψη αυτή μπορεί να ενισχύθηκε από τη δήλωση του Μάλκοβιτς το 2002 ότι θα ήθελε να πυροβολήσει τον δημοσιογράφο Ρόμπερτ Φισκ για τις αντι-ισραηλινές του απόψεις. Είπε επίσης ότι ευχαρίστως θα πατούσε τον διακόπτη για την εκτέλεση ενός καταδικασμένου σε θάνατο. Προκλητικές δηλώσεις, και προσπαθώ να θέσω το ερώτημα με τακτ. «Εσείς και ο Πίντερ», λέω, «δεν θα φαινόσασταν σαν φυσικοί συνοδοιπόροι».

«Οχι», συμφωνεί, «αλλά ένας δρόμος έχει πολλούς οδοιπόρους». Τυπικά ελλειπτική απάντηση. «Ο Χάρολντ είχε μεγάλο πάθος και μια έντονη δυσπιστία για τους πολιτικούς και την πολιτική». Ο Μάλκοβιτς δεν εκτιμά επίσης τους πολιτικούς και λέει ότι δεν έχει ψηφίσει σε προεδρικές εκλογές από το 1972, όταν ως νεαρός φιλελεύθερος υποστήριξε τον Τζορτζ Μακ Γκάβερν εναντίον του Νίξον.

«Η αίσθηση της αδικίας ήταν τόσο βαθιά στον Χάρολντ», λέει, «που, ανεξάρτητα από το αν ενίοτε μπορεί να μην ήταν δικαιολογημένη, για μένα ήταν πάντα κατανοητή σαν ένας μεγάλος πόνος, κάτι που δεν γίνεται εμφανές στα έργα του. Δεν μ’ αρέσει, όμως, να κρίνω τους καλλιτέχνες με βάση τις πολιτικές τους απόψεις. Δεν βλέπω έτσι τον κόσμο». Τα ποιήματα του Πίντερ, που είναι ο θεμέλιος λίθος της παράστασης, περιλαμβάνουν πολλές άγριες επιθέσεις στις ΗΠΑ, ιδιαίτερα για το ρόλο τους στον πόλεμο του Ιράκ. Πώς το αντιμετωπίζει αυτό ο Μάλκοβιτς; «Εχω ζήσει στην Ευρώπη και είμαι συνηθισμένος σ’ αυτή την αντίδραση», λέει.

Δύσπιστος με ΜΜΕ, χρήμα

Σίγουρα ο Μάλκοβιτς κάθε άλλο παρά συστηματικός δεξιός είναι. Πιο πολύ τον χαρακτηρίζει μια ελευθεριακή εναντίωση στην πολιτική. Λέει ότι περιμένουμε πάρα πολλά από τους πολιτικούς, και τους κτίζουμε μόνο για να τους γκρεμίσουμε. Η παρατήρηση για την ποινή του θανάτου που συχνά χρησιμοποιείται εναντίον του πυροδοτήθηκε από ένα σχόλιο δημοσιογράφου για την εκτέλεση του κατά συρροήν δολοφόνου Τζον Γουέιν Γκέισι. «Βρήκαν τα διαμελισμένα πτώματα 28 νέων ανδρών και αγοριών στην αυλή του. Και ο δημοσιογράφος έγραψε ότι κάποιοι συγγενείς των θυμάτων ήταν πιο αποκρουστικοί από τον Γκέισι. Ηταν εμετικό σχόλιο. Επρεπε να σωπάσω; Οχι, βέβαια». Ο Μάλκοβιτς προέρχεται από οικογένεια δημοσιογράφων και είναι αρκετά δύσπιστος απέναντι στο επάγγελμα.

«Οι άνθρωποι είναι πολυσύνθετοι, εμού περιλαμβανομένου», λέει. «Επίσης, το πώς βλέπω τον κόσμο τη Δευτέρα μπορεί να διαφέρει από το πώς τον βλέπω την Παρασκευή». Αναφέρει με επιδοκιμασία την «απόλυτη δήλωση» του Πίντερ, ότι πρέπει να ακούμε με δυσπιστία κάθε απόλυτη δήλωση.

Ενδιαφέρουσα είναι και η σχέση του με το χρήμα. Το 2008 έχασε πάνω από 10 εκατ. δολ. όταν ο σύμβουλος επενδύσεων Μπέρναρντ Μάντοφ αποδείχθηκε απατεώνας. «Ηταν μόνο λεφτά, τίποτ’ άλλο», λέει. «Είχα την ικανότητα, λόγω της παράλογης τύχης μου, να κάνω πολλά λεφτά. Το ότι τα έχασα ήταν απελευθερωτικό. Δεν είμαι δυστυχής, κάτι καλό βγήκε απ’ αυτό. Εγχειρίσθηκα στο γόνατο στην Πολωνία, σ’ ένα κανονικό νοσοκομείο, μια κλινική με ανθρώπους που έχουν πραγματικά προβλήματα, ενώ εγώ πληρώνομαι για να παριστάνω ότι έχω προβλήματα. Αυτή η εμπειρία άξιζε μερικά εκατομμύρια δολάρια».