ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Πώς η πόλη «τους» έγινε πόλη «μου»

Μέσα στην αυγουστιάτικη Αθήνα, όπου η φυγή των περισσοτέρων έχει δώσει, σε όσους έχουμε απομείνει, μια αίσθηση ιδιοκτησίας της, αναρωτιέμαι αν, ως μη Αθηναίος την καταγωγή, ως εσωτερικός μετανάστης, δικαιούμαι να αποκαλώ την Αθήνα πόλη «μου» – δεν είναι η πόλη όπου μεγάλωσα, όπου σπούδασα, όπου ξεκίνησα την καριέρα μου. Στην Αθήνα κατέβηκα μόλις πριν από τριάμισι χρόνια.

Μέχρι τότε, για την Αθήνα άκουγα διάφορα. Ηταν απάνθρωπη, γκρίζα, δεν είχε ιδιαίτερες ομορφιές και, εξ άλλου, δεν μπορούσε να την χαρεί κανείς – διότι στην Αθήνα, έλεγε η αφήγηση αυτή, όλη την ώρα κυνηγάς το χρήμα, δεν προλαβαίνεις τίποτε άλλο (αντίθετα με την «ερωτική» πόλη που άφησα, με τη «χαλαρή» ζωή). Ασε που η Αθήνα είχε γεμίσει, εκτός από τους εσωτερικούς μετανάστες των περασμένων δεκαετιών, και από τους εξωτερικούς μετανάστες, κάθε λογής ανθρώπους που κατέφθασαν για να κλέψουν τις δουλειές από τους Ελληνες ή, αλλιώς, να ζήσουν από το έγκλημα.

Βέβαια, οι φωνές αυτές πρόδιδαν φθόνο: δεν μπορούσε να παραγνωρίσει κανείς ότι στην Αθήνα υπήρχε περισσότερος πλούτος (πράγμα που, στην πόλη της προέλευσής μου, αποδιδόταν στο υδροκεφαλικό «κράτος των Αθηνών», που απομυζούσε την υπόλοιπη Ελλάδα), πως σχεδόν ό, τι αξιόλογο γινόταν στον πολιτισμό, βρισκόταν εκεί, πως ο αφόρητος επαρχιωτισμός που χαρακτήριζε την πολιτική σε ολόκληρη την Ελλάδα έβρισκε κάποιες εξαιρέσεις μόνο στην Αθήνα. Και το πήρα απόφαση και κατέβηκα, προσδοκώντας, αν μη τι άλλο, ότι θα έχω περισσότερες επαγγελματικές ευκαιρίες, γνωριμίες, περισσότερες ευκαιρίες να ασχοληθώ με την πολιτική και τον πολιτισμό.

Χωρίς φοβίες

Βρέθηκα σε ένα εντελώς καινούργιο για μένα κόσμο, που διέλυσε αρκετούς από τους μύθους που είχε καλλιεργήσει η ζηλοφθονία. Γνώρισα μια πόλη κοσμοπολίτικη, χωρίς φοβίες, με ανθρώπους δυναμικούς, που δεν αφήνονται στη μιζέρια και στη ζητιανιά από το κράτος, αλλά δημιουργούν με μεράκι. Μολονότι κι εδώ περισσεύουν οι απατεώνες ή οι πολιτικάντηδες, υπάρχουν και άνθρωποι που πέτυχαν, και πέτυχαν πολλά, χωρίς να εξαπατήσουν, μόνο και μόνο με την αξία και την τιμιότητά τους και την όρεξή τους για δουλειά. Και βρήκα μια πόλη που, αν καταλάβεις τους ρυθμούς της, αν ξέρεις πότε να κυκλοφορήσεις και πού να σταθείς, μπορείς να την απολαύσεις, να ευχαριστηθείς τα νεοκλασικά κτίρια στην Πλάκα ή τα πεζοδρομημένα στενά στα Εξάρχεια που ξεφυτρώνουν αναπάντεχα μπροστά σου, τις καλύτερες εικαστικές εκθέσεις και συναυλίες – και, όπως είπε κι ένας από τους ανθρώπους που προσπαθούν πολύ για τον πολιτισμό στην Αθήνα, ό, τι και να γίνει, μπορείς πάντα να χαρείς τον Παρθενώνα.

Περνάω πολλές ώρες της ημέρας μου στο ιστορικό κέντρο. Δεν έχω καν εικόνα του πώς ήταν η Αθήνα παλαιότερα – γνώρισα το κέντρο της Αθήνας να κυριαρχείται αριθμητικά από εξωτερικούς μετανάστες, από τους οποίους πολλοί κατέφθασαν εδώ παράνομα. Δεν είδα όμως τα τέρατα που φανταζόμουν. Είδα, αντίθετα με τα όσα προδίκαζαν οι συνήθεις αφηγήσεις, τους ανθρώπους αυτούς, που ταλαιπωρήθηκαν αφάνταστα για να καταλήξουν εδώ, όχι να εγκληματούν ή να θέλουν να μας φάνε ζωντανούς, αλλά να χαίρονται τη ζωή. Να παίζουν κρίκετ πάνω από το Πεδίον του Αρεως, να τραγουδούν ή να σφυρίζουν όταν εξυπηρετούν, να ζουν το δικό τους όνειρο για προκοπή που, στο κάτω κάτω, δεν ήταν και πολύ διαφορετικό από το δικό μου, όταν ερχόμουν εδώ. Και ανθρώπους που γνωρίζουν και ζουν τη φτώχεια, αλλά δεν την μπερδεύουν με τη μιζέρια, ζουν με αισιοδοξία, προσπαθούν να κάνουν τη ζωή τους καλύτερη. Και μέσα σε όλα αυτά, γνώρισα μια πόλη που δεν απορρίπτει τον ξένο, είτε προέρχεται από την Ελλάδα είτε προέρχεται απέξω, μια πόλη που επιδιώκει να ενσωματώνει όλες τις δυνάμεις, που θέλει να της δίνουν ζωή όλοι οι κάτοικοί της, είτε γεννήθηκαν εδώ είτε όχι.

Μια πόλη στην οποία μπορεί να ταιριάξει οποιοσδήποτε ψάχνει τη δική του προκοπή. Μπορεί στην αναμπουμπούλα της πρόσφατης, μαζικής άφιξης των εξωτερικών μεταναστών, κάτι τέτοιο να φαντάζει μακρινό: κι όμως, σιγά σιγά όλοι εμείς οι «ξένοι», από διάφορες εθνικότητες, με διάφορα χρώματα ή παραδόσεις ή θρησκείες ή συνήθειες, γινόμαστε Αθηναίοι. Κι έτσι η Αθήνα, κάνοντας όλους εμάς, τους μετανάστες, εσωτερικούς και εξωτερικούς, δικούς της, γίνεται το κοινό σημείο αναφοράς μας, μας κάνει να την αγαπάμε, να την νοιαζόμαστε – να την φροντίζουμε, επειδή είναι πλέον η δική μας πόλη.

* Ο κ. Αθανάσιος Τσιούρας είναι δικηγόρος και μέλος της Διοικούσας Επιτροπής της Δράσης.