ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Λεηλασίες στο σκοτάδι και στο φως της μέρας

Ακούω συνεχώς να γίνονται συγκρίσεις ανάμεσα στις ταραχές που σημειώθηκαν στο Λονδίνο και τις ταραχές σε άλλες ευρωπαϊκές πόλεις – το σπάσιμο βιτρινών στην Αθήνα, τις πυρπολήσεις αυτοκινήτων στη Γαλλία. Και υπάρχουν παραλληλισμοί, αναμφίβολα: μια σπίθα που άναψε η αστυνομική βία, μια γενιά που νιώθει εγκαταλελειμμένη.

Τα γεγονότα εκείνα, όμως, χαρακτηρίστηκαν από μαζικές καταστροφές, ενώ οι λεηλασίες ήταν μικρής σημασίας. Υπήρξαν, ωστόσο, άλλες μαζικές λεηλασίες τα τελευταία χρόνια και ίσως θα έπρεπε να μιλήσουμε γι’ αυτές. Υπήρξε η Βαγδάτη την επομένη της αμερικανικής εισβολής – μια φρενίτιδα πυρπολήσεων και λεηλασιών που άδειασε βιβλιοθήκες και μουσεία. Τα εργοστάσια χτυπήθηκαν κι αυτά. Το 2004 επισκέφθηκα ένα που κατασκεύαζε ψυγεία. Οι εργάτες του είχαν αφαιρέσει οτιδήποτε είχε αξία και κατόπιν το πυρπόλησαν, καταστρέφοντάς το τελείως.

Στην ειδησεογραφία τότε ακουγόταν η άποψη ότι οι λεηλασίες στο Ιράκ είχαν πολιτική διάσταση. Ελεγαν ότι αυτό συμβαίνει όταν ένα καθεστώς δεν διαθέτει νομιμότητα στα μάτια του λαού. Εχοντας δει για τόσο καιρό τον Σαντάμ Χουσεΐν και τους γιους του να κάνουν ό, τι θέλουν και σε όποιον θέλουν, πολλοί Ιρακινοί ένιωσαν ότι είχαν κερδίσει το δικαίωμα να πάρουν κι αυτοί κάτι για τον εαυτό τους. Ομως, το Λονδίνο δεν είναι Βαγδάτη και ο Βρετανός πρωθυπουργός καθόλου δεν μοιάζει στον Σαντάμ, επομένως δεν έχουμε τίποτα να μάθουμε απ’ αυτό.

Τι θα λέγατε, λοιπόν, για ένα δημοκρατικό παράδειγμα; Αργεντινή, γύρω στο 2001. Η οικονομία ήταν σε ελεύθερη πτώση και χιλιάδες άνθρωποι που ζούσαν σε φτωχογειτονιές (οι οποίες ήταν ακμάζουσες βιομηχανικές ζώνες πριν από τη νεοφιλελεύθερη εποχή) όρμησαν σε πολυκαταστήματα ξένης ιδιοκτησίας. Εβγαιναν έξω σπρώχνοντας καρότσια σούπερ μάρκετ γεμάτα με αγαθά που δεν μπορούσαν πλέον να αγοράσουν – ρούχα, ηλεκτρονικές συσκευές, κρέας. Η κυβέρνηση κήρυξε «κατάσταση έκτακτης ανάγκης» για να αποκαταστήσει την τάξη· αυτό δεν άρεσε στον κόσμο και ανέτρεψε την κυβέρνηση.

Αυτή τη μαζική λεηλασία οι Αργεντινοί την αποκάλεσαν el saqueo – λαφυραγωγία. Ο χαρακτηρισμός αυτός είχε άμεση πολιτική σημασία γιατί ήταν η ίδια λέξη που χρησιμοποιήθηκε για να περιγράψει τι είχαν κάνει οι πολιτικές και οικονομικές ελίτ της χώρας όταν ξεπούλησαν την εθνική περιουσία με αδιαφανείς συμφωνίες ιδιωτικοποίησης, κρύβοντας τα χρήματά τους στο εξωτερικό και στέλνοντας τον λογαριασμό στον λαό με βάναυσα μέτρα λιτότητας. Ο λαός κατάλαβε ότι η λεηλασία των εμπορικών κέντρων δεν θα είχε συμβεί χωρίς τη μεγαλύτερη λεηλασία της χώρας και ότι οι πραγματικοί γκάνγκστερ ήταν αυτοί που κυβερνούσαν.

Η Αγγλία, όμως, δεν είναι Λατινική Αμερική και οι ταραχές εδώ δεν είναι πολιτικές, έτσι ακούμε να λένε. Αφορούν απλώς αδέσποτα παιδιά που εκμεταλλεύονται την κατάσταση για να αρπάξουν πράγματα που δεν τους ανήκουν. Και η βρετανική κοινωνία, μας λέει ο Ντέιβιντ Κάμερον, απεχθάνεται αυτού του είδους τη συμπεριφορά.

Ολα αυτά λέγονται με πλήρη σοβαρότητα. Σαν να μην υπήρξε η διάθεση αστρονομικών κονδυλίων για τη στήριξη των τραπεζών, που την ακολούθησαν προκλητικά μπόνους-ρεκόρ για τα στελέχη τους. Και στη συνέχεια, οι επείγουσες συσκέψεις των G8 και G20, όταν οι ηγέτες αποφάσισαν, συλλογικά, να μην κάνουν τίποτα για να τιμωρήσουν τους τραπεζίτες και επίσης να μην κάνουν τίποτα για να εμποδίσουν να συμβεί μια παρόμοια κρίση και πάλι.

Αντ’ αυτού, γύρισαν όλοι στις χώρες τους και επέβαλαν θυσίες στους πιο ευάλωτους. Το έκαναν αυτό απολύοντας δημοσίους υπαλλήλους, εξευτελίζοντας τους εκπαιδευτικούς, κλείνοντας βιβλιοθήκες, αυξάνοντας τα δίδακτρα, ακυρώνοντας εργασιακά δικαιώματα, μειώνοντας συντάξεις, προχωρώντας σε βιαστικές ιδιωτικοποιήσεις δημόσιας περιουσίας – αναμείξτε το κοκτέιλ ανάλογα με τη χώρα όπου ζείτε.

Αυτή είναι η παγκόσμια λεηλασία, ο καιρός της μεγάλης αρπαγής. Τροφοδοτημένη από μια παθολογική αίσθηση κεκτημένου δικαιώματος, η λεηλασία αυτή έχει γίνει και γίνεται με αναμμένα τα φώτα, σαν να μην υπάρχει τίποτα να κρύψουν. Υπάρχουν κάποιοι ενοχλητικοί φόβοι, ωστόσο. Η εφημερίδα Wall Street Journal, αναφερόμενη σε μια νέα δημοσκόπηση, έγραψε ότι το 94% των εκατομμυριούχων φοβάται τη «βία των δρόμων». Και όπως φαίνεται, πρόκειται για λογικό φόβο.

Βεβαίως, οι λεηλασίες στο Λονδίνο δεν ήταν πολιτική διαμαρτυρία. Οι άνθρωποι, όμως, που διαπράττουν λεηλασίες στο σκοτάδι γνωρίζουν πολύ καλά ότι οι ελίτ της χώρας τους διαπράττουν λεηλασίες μέρα μεσημέρι. Το saqueo, η λαφυραγωγία, είναι μεταδοτική. Οι Τόρις έχουν δίκιο όταν λένε ότι οι πρόσφατες ταραχές και οι λεηλασίες δεν είχαν να κάνουν με τις περικοπές στις κοινωνικές δαπάνες. Είχαν όμως μεγάλη σχέση με αυτό που αντιπροσωπεύουν οι περικοπές: τον αποκλεισμό. Να κλειδώνεσαι μέσα σε μια διογκούμενη τάξη ενδεών, όπου οι ελάχιστες οδοί διαφυγής που προσφέρονταν πριν -μια αξιοπρεπής θέση εργασίας, μια καλή και προσιτή εκπαίδευση- να σφραγίζονται γοργά. Οι περικοπές είναι ένα μήνυμα. Λένε σε ολόκληρους τομείς της κοινωνίας: είστε κολλημένοι εκεί όπου βρίσκεστε, όπως οι μετανάστες και οι πρόσφυγες που τους κρατάμε έξω από τα οχυρωμένα σύνορά μας.

Η απάντηση του Κάμερον στις ταραχές ήταν να κάνει αυτόν τον αποκλεισμό κυριολεκτικό: αποβολές από εργατικές κατοικίες, απειλές για διακοπή λειτουργίας των μέσων κοινωνικής δικτύωσης και εξωφρενικές ποινές φυλάκισης (πέντε μήνες σε μια γυναίκα επειδή δέχθηκε ως δώρο ένα κλεμμένο σορτσάκι). Το μήνυμα είναι και πάλι ξεκάθαρο: εξαφανιστείτε και κάντε το αθόρυβα.

Στην περσινή συνάντηση κορυφής των G8 στο Τορόντο, οι διαδηλώσεις διαμαρτυρίας εξελίχθηκαν σε ταραχές και πολλά αστυνομικά αυτοκίνητα πυρπολήθηκαν. Δεν ήταν τίποτα συγκριτικά με όσα συνέβησαν στο Λονδίνο το 2011, παρ’ όλ’ αυτά ήταν σοκ για τους Καναδούς. Το μεγάλο θέμα συζήτησης τότε ήταν ότι η κυβέρνηση είχε ξοδέψει 675 εκατομμύρια δολάρια για την «ασφάλεια» της διάσκεψης (χωρίς, πάντως, να μπορέσει να εμποδίσει εκείνες τις πυρπολήσεις). Τότε, πολλοί είχαμε επισημάνει ότι το δαπανηρό νέο οπλοστάσιο που απέκτησε η καναδική αστυνομία -εκτοξευτήρες νερού, δακρυγόνα, βόμβες κρότου, πλαστικές σφαίρες- δεν προοριζόταν μόνο για τις διαδηλώσεις στους δρόμους. Η μακροπρόθεσμη χρήση του θα ήταν για την πειθάρχηση των φτωχών, οι οποίοι στη νέα εποχή λιτότητας θα είχαν επικίνδυνα λίγα να χάσουν.

Εδώ έγκειται και το σφάλμα του Κάμερον: δεν μπορείς να κάνεις περικοπές στις δαπάνες για την αστυνομία την ίδια στιγμή που κάνεις περικοπές σε όλα τα άλλα. Γιατί όταν ληστεύεις τους ανθρώπους από τα λίγα που έχουν για να προστατέψεις τα συμφέροντα εκείνων που έχουν περισσότερα απ’ όσα τους αξίζουν, πρέπει να περιμένεις αντίσταση – είτε οργανωμένη διαμαρτυρία είτε αυθόρμητες λεηλασίες. Και αυτό δεν είναι πολιτική. Είναι φυσική.