ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Διψώντας για το γάλα που δεν έσταξε ποτέ

Δεν έχω δει το «Γάλα» του Βασίλη Κατσικονούρη στην αυθεντική του μορφή, τη θεατρική. Είδα το κινηματογραφικό «Γάλα» του Γιώργου Σιούγα, διασκευασμένο από τον Κατσικονούρη κι έμεινα έκπληκτος από την πυκνότητα του σεναρίου, αλλά και από τον τρόπο που ο πρωτοεμφανιζόμενος σκηνοθέτης φλερτάρει με ένα γυμνό και τραχύ ψυχόδραμα γύρω από την αίσθηση του να νιώθεις ολοκληρωτικά ξένος. Την ταινία του, όμως, την διατρέχει και μια αμηχανία: μια ισορροπία τρόμου ανάμεσα στο σινεμά, το θέατρο και την αισθητική που έχει παγιώσει η τηλεοπτική εικόνα.

Το ελληνικό όνειρο μιας δυσλειτουργικής οικογένειας ομογενών από την Τιφλίδα είναι σαν μια χίμαιρα στο «Γάλα». Για τον κεντρικό ήρωα της ταινίας, τον μικρότερο από τους δύο γιους της οικογένειας, ο δρόμος για μια θέση στην καρδιά της σημερινής Ελλάδας είναι μακρύς και ακολουθεί μια τροχιά από το φως (η παιδική ηλικία του ήρωα) προς το σκοτάδι και τον φόβο. Μια πτωτική πορεία που καταλήγει στον εγκλεισμό του σε ψυχιατρείο. Ο πατέρας είναι ξεχασμένος στο παρελθόν, μια εικόνα που συντηρείται κυρίως στη θολή μνήμη του «τρελού» γιου. Η μάνα πεθαίνει στο παρόν, πνιγμένη στις ενοχές της. Ο μεγάλος γιος, ο λογικός, που έχει κόψει κάθε γέφυρα με το παρελθόν του, ίσως γίνει Ελληνας στο πλευρό μιας Ελληνίδας φοιτήτριας της Θεολογίας. Η οικογένεια από την Τιφλίδα διαλύεται οριστικά σε μια Αθήνα που τα ραδιόφωνά της τα βράδια παίζουν ακόμη βαριά λαϊκά…

Ο Παραστάτοφ…

«Τι είναι ο Θεός; Μάθημα που το μαθαίνεις στα έδρανα της Θεολογικής»; Αναρωτιέται φωναχτά ο Λευτέρης, ο μικρός γιος της Ρίνας από τη Γεωργία, που ζει στο ισόγειο μιας πολυκατοικίας στο κέντρο της Αθήνας. «Θεός είναι οι άνθρωποι που καίγονται»… σε μια κόλαση, θα συμπλήρωνε κάποιος, άλλοτε εσωτερική που σε στέλνει στην τρέλα κι άλλοτε ρεαλιστική – πιστό αντίγραφο μιας πόλης που μοιάζει με ανθρώπινη χωματερή.

Απ’ αυτήν τη σύγχρονη τραγωδία, που διαδραματίζεται σε μια λαϊκή γειτονιά της Αθήνας, λείπει ο από μηχανής θεός των αρχαίων για την κάθαρση. Ασφυξία από παντού σε μια ταινία, που θα ‘πρεπε, όμως, να καταγράψει πιο ρεαλιστικά και κινηματογραφικά την Αθήνα. Ο εν δυνάμει από μηχανής θεός, ο Παραστάτοφ (ο φανταστικός, μάλλον, σέντερ φορ μιας φανταστικής μάλλον Σπαρτάκ), λειτουργεί περισσότερο σαν ένας καταλύτης σε μια διαδικασία ολοσχερούς αποξένωσης. Στην κρισιμότερη στιγμή ενός αγώνα, που έχει αποτυπωθεί ανεξίτηλα στη μνήμη του Λευτέρη, ο Παραστάτοφ ντριμπλάρει όλη την άμυνα των αντιπάλων, ντριμπλάρει και τον τερματοφύλακα, φτάνει στο γκολπόστ και σταματάει την μπάλα πάνω στην άσπρη γραμμή, εκεί που ορίζεται η ήττα του τερματοφύλακα και ο θρίαμβος του σέντερ φορ. Και τότε συμβαίνει κάτι πρωτοφανές στα χρονικά των γηπέδων. Ο Παραστάτοφ γυρίζει την πλάτη του στο γκολπόστ κοιτώντας προς τα πίσω, προς τον έκπληκτο τερματοφύλακα και του χαμογελάει. Η μπάλα παραμένει ακίνητη στη γραμμή, οι δύο αντίπαλοι αγκαλιάζονται και το πλήθος ξεσπάει σε ζητωκραυγές στην κερκίδα. Ο Παραστάτοφ είναι θεός και όχι ένας θεός της μπάλας… Με ξέφρενο ρυθμό, σαν ραδιοφωνική περιγραφή ποδοσφαίρου, κλιμακώνεται η εσωτερική ένταση στο «Γάλα». Η κρίσιμη φάση του αγώνα σε ένα συνεχές ριπλέι, σαν μια αγχωτική επανάληψη ενός ερωτήματος-κλειδιού για την ταινία: Πού βρίσκεται ο άνθρωπος και πού ο θεός σε αυτήν την επίγεια κόλαση;

…και ο διχασμός

Μια ξεφτισμένη μπάλα και μια φωτογραφία από τα παιδικά του χρόνια στην Τιφλίδα συντηρούν τις μακρινές αναμνήσεις του Λευτέρη. Θραύσματα μνήμης σε ένα μυαλό που οι γιατροί θεωρούν πως είναι «καμένο», παρακινώντας τη Ρίνα να τον κλείσει σε ίδρυμα. Οι έννοιες της πατρίδας, του διχασμού, της ένταξης, αλλά και της αδελφικής αγάπης, είναι οι βασικές συνιστώσες σε αυτό το δράμα, που εξυφαίνεται σ’ ένα λαϊκό καμβά.

Ο Λευτέρης ντριμπλάρει φαντάσματα στον ακάλυπτο, σταματάει σαν τον Παραστάτοφ στη φανταστική γραμμή με τη φθαρμένη μπάλα στα πόδια. Γυρίζει την πλάτη στον τοίχο που έχει μπροστά του αντί για γκολπόστ, προς τα πίσω, προς τη μικρή του ζωή που χάθηκε, περιμένοντας μια ένδειξη έμπρακτης αγάπης από τον αδελφό του, τον Αντώνη, που έχει την αγωνία του τερματοφύλακα όταν η μπάλα στήνεται στο σημείο του πέναλτι. Το τρανζίστορ ίσως συνεχίζει να παίζει Μητροπάνο…

Δείτε

Το Γάλα (2011)

Μεταφορά στην οθόνη του επιτυχημένου θεατρικού έργου του Βασίλη Κατσικονούρη από τον πρωτοεμφανιζόμενο Γιώργο Σιούγα (σκηνοθέτης των τηλεοπτικών σειρών «Βέρα στο δεξί», «Μυστικά της Εδέμ»). Σε ένα ισόγειο διαμέρισμα σε μια λαϊκή γειτονιά της Αθήνας, συντελείται η διάλυση μιας οικογένειας παλιννοστούντων από τη Γεωργία. Πατέρας δεν υπάρχει, μόνο μια μητέρα, η Ρίνα, με τα δυο της παιδιά. Τον Αντώνη, που πρόκειται να παντρευτεί την κόρη ενός βενζινά από τη Λάρισα και να διώξει από πάνω του την ταμπέλα του ξένου και τον μικρότερο Λευτέρη, που είναι διχασμένος ανάμεσα στο παρόν και το παρελθόν (ανένταχτος ανάμεσα σε δύο πατρίδες), αλλά και στα πρόθυρα της σχιζοφρένειας. Ο ερχομός της κοπέλας στην Αθήνα και η αναγνωριστική είσοδός της στην οικογένεια της Ρίνας θα λειτουργήσει σαν καταλύτης για τη διάλυση. Η συμπεριφορά του «απροσάρμοστου» Λευτέρη, που ταυτίζεται με τον στίχο του λαϊκού τραγουδιού «εμένα δεν με αγάπησε κανείς», απέναντί της θα έχει τραγικές συνέπειες για όλους.

Ο λυρισμός (οι αναφορές στο παρελθόν του Λευτέρη) που αναδύεται από τα συντρίμμια της οικογένειας, αλλά κι ένα αυθεντικό λαϊκό στοιχείο που διατρέχει τις εικόνες απογειώνουν το «Γάλα». Η Ιωάννα Τσιριγκούλη (η μάνα) παίζει με ένα τρόπο που δεν ελέγχεται από τη σκηνοθεσία του Σιούγα. Ο Προμηθέας Αλειφερόπουλος και ο Ομηρος Πουλάκης είναι σε πλήρη αρμονία με το σύμπαν του κινηματογραφικού «Γάλακτος». Παίζει και η Ηρώ Μπέζου. (Προβάλλεται στις αίθουσες.)