ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Ενας ποιητής πηγαίνει σε πόλεμο με τους στίχους

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΧΑΛΑΖΩΝΙΤΗΣ

Σφαίρες

εκδ. Θεμέλιο

«Φέγγει ακόμα το γιασεμί;», αναρωτιέται με πίκρα και θλίψη ο Δημήτρης Χαλαζωνίτης στη νέα του, τέταρτη, ποιητική συλλογή, αφού στους αμέσως προηγούμενους στίχους αισθάνεται, βλέπει και διαπιστώνει το πολλαπλό και πολυεπίπεδο δυστοπικό παρόν και μέλλον: «α. Οι ορίζοντες νεκροί σαν πρόγονοι. / β. Η ατμόσφαιρα λεκιασμένη / Χρήσιμη σαν δυστυχία./ γ. Και η νύχτα έχει κατέβει χαμηλά. / Πολύ χαμηλά.».

Ο ποιητής προσλαμβάνει τη σημερινή συγκυρία, ατομικά αλλά και στις συλλογικές της εκφάνσεις, και επιχειρεί με τον λόγο και τη γραφή του να την αναγνώσει ξανά και να τη σχολιάσει. Η πρόσληψή του είναι μελαγχολική και η εικόνα τού γύρω και του έσω κόσμου σκοτεινή και δυσοίωνη. Το βλέμμα του αντικρίζει και οι στίχοι του ανασυνθέτουν τη σχεδόν ολική κατάρρευση των μέχρι τώρα παραδομένων ποικίλων ανθρώπινων σχέσεων, πρακτικών, ιδεών και αισθημάτων. Απέναντι όμως σ’ αυτήν την «ανθρώπινη κατάσταση» των δύσκολων και ζοφερών σύγχρονων καιρών, η oπτική και η στάση του δεν είναι υποτακτικές και μοιρολατρικές αλλά έντονα οργισμένες και πολεμικές: «Πόλεμος παντού,/ Οι σκέψεις μου όρθιες /Σε βράχο καταραμένο/ Μια νύχτα μανιασμένη σαν θυσία».

Οι λέξεις που χρησιμοποιεί είναι ανεπιτήδευτες και ανήκουν στον καθημερινό λόγο. Η με τον δικό του τρόπο όμως ένταξή τους στην ποιητική του προσδίδει σ’ αυτές μια ιδιαίτερη δραστικότητα με αποτέλεσμα την έντονη ανάδειξη της γενικευμένης δυστοπίας: «Τα μνήματα, οιδήματα /Μιας γης μωλωπισμένης/ Από κοντάκι απληστίας.». Αν μάλιστα οι λέξεις για τον Μανώλη Αναγνωστάκη πρέπει να καρφώνονται σαν πρόκες και για τον Μωρίς Μπλανσό να εκρήγνυνται σαν χειροβομβίδες, για τον Χαλαζωνίτη θεωρούνται και ρίχνονται σαν σφαίρες στη σκιαγραφούμενη απειλητική πραγματικότητα. Η ίδια η λέξη σφαίρα, με όλες τις συμπαραδηλώσεις της, κυριαρχεί και δίνει τον τόνο στους στίχους. «Πάρτε σφαίρες μαζί σας/ Το μέλλον είναι πόλεμος», αναφωνεί και κλείνει τη σύνθεσή του.

Απολύτως έντιμος όμως ο Χαλαζωνίτης, δεν εντάσσει την πολεμική του διάθεση σε έναν απλοϊκό καταγγελτικό λόγο, αλλά, γνωρίζοντας πια την τύχη των μεγάλων επαναστατικών αφηγήσεων, είχε ήδη περιγράψει το κοινωνικό και μάλλον και το προσωπικό πολιτικό αδιέξοδο. «Πυροβολείστε./ Εις υγείαν των ηττημένων προθέσεων/ Πυροβολείστε /Τους απογοητευτικούς γυρισμούς /Τα χέρια σας είναι τα καλύτερα / «Γεμάτα ανεπίδοτα χάδια» / Ετσι τελείωσε ο κόσμος σας σύντροφοί μου/ Μ’ έναν πάταγο /Ετσι συνεχίζει ο δικός μας/ Με ένα μουγκρητό/ Κι εγώ/Ακόμα με αυτά τα κενά/Ανάμεσα στα κόκκαλα». Παραδόξως η μόνη καταφυγή του ποιητή προκύπτει όταν, έπειτα από ένα σύγχρονο μοιρολόι για έναν πρόωρα και αιφνίδια χαμένο φίλο, απευθύνεται στη μικρή κόρη του θανόντος, η οποία «έρχεται με φόρα» στον κόσμο, κομίζοντας και τις ανάλογες ελπίδες: «Μπορώ μικρή μου Φωτεινή /ιδίως της Ανοιξης τα απογεύματα /μαζί σου να παίζω;».

Ο Χαλαζωνίτης πετυχαίνει να αποδώσει και να αναστοχαστεί ποιητικά την κατάσταση του ανθρώπου στον σύγχρονο κόσμο των πολλαπλών ερειπίων και διαψεύσεων. Η προβληματική του υποστηρίζεται από την ιδιαίτερη αρχιτεκτονική της συλλογής και την ποικιλία των ειδών και των τεχνοτροπιών της. Στην ίδια κατεύθυνση συνεισφέρει και η εικαστική δημιουργία της όλης έκδοσης.