ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Οι χαμένες ελπίδες ενός κομμουνιστή συγγραφέα

ΑΝΤΡΕ ΖΙΝΤ

Επιστροφή από τη Σοβιετική Ενωση

μτφρ: Βάσω Μέντζου

εκδ. Ολκός – σελ. 214

Η σημερινή συγκυρία μοιάζει ολοένα και περισσότερο με κείνη του μεσοπολέμου του περασμένου «σύντομου» εικοστού αιώνα. Η οξύτατη, πολλαπλή και πολυεπίπεδη κρίση ήταν το κύριο χαρακτηριστικό εκείνης της περιόδου, όπως είναι και της σημερινής. Τότε, πολλοί διανοούμενοι, απέναντι στην οικονομική αποσάθρωση και την απονομιμοποίηση των αστικών κομμάτων, στράφηκαν στα άκρα του πολιτικού φάσματος και είδαν ως λύση τον εθνικισμό και τον φασισμό και πολλοί περισσότεροι τον κομμουνισμό.

Η Γαλλία, με την επαναστατική της παράδοση και την ιστορία των μεγάλων πολιτικών και ιδεολογικών συγκρούσεων, ήταν από τις χώρες εκείνες που το φαινόμενο της στράτευσης των διανοουμένων εκδηλώθηκε έντονα. Συγγραφείς και διανοητές όπως ο Σαρλ Μωράς, ο Ρομπέρ Μπραζιγιάκ, ο Λουί – Φερνιντάν Σελίν, προσέγγισαν τον ναζισμό και συνεργάστηκαν με το δωσιλογικό καθεστώς του Βισσύ, ενώ αντίθετα διανοούμενοι με μεγάλη εμβέλεια, όπως ο Λουί Αραγκόν, ο Αντρέ Μαρλώ, ο Πωλ Νιζάν, προσχώρησαν με πάθος στο κομμουνιστικό κίνημα.

Ενας από τους διανοουμένους που γοητεύτηκαν από την κομμουνιστική επαγγελία ήταν και ο Αντρέ Ζιντ. Την εποχή εκείνη ήταν αναγνωρισμένος συγγραφέας και σημαντικός παράγοντας στον ευρωπαϊκό πολιτιστικό χώρο. Είχε ήδη εκδώσει τα σπουδαία έργα του «Ο ανηθικολόγος», «Η στενή πύλη», «Τα υπόγεια του Βατικανού», «Η ποιμενική συμφωνία» και «Οι κιβδηλοποιοί» και ήταν από τους ιδρυτές του εμβληματικού περιοδικού «Νέα Γαλλική Επιθεώρηση» (Nouvelle Revue Francaise). Το ταξίδι που έκανε το 1925 στην Αφρική ήταν καθοριστικό για τη στροφή του προς την Αριστερά. Εκεί είδε από κοντά τις πρακτικές της αποικιοκρατίας την οποία και κατήγγειλε με σφοδρότητα. Το 1934 πήγε μαζί με τον Μαρλώ στο Βερολίνο για να καταθέσουν ως μάρτυρες υπεράσπισης των κομμουνιστών που κατηγορούνταν για τον εμπρησμό του Ράιχσταγκ.

Δεν σιώπησε

Το 1936 μαζί με άλλους διανοούμενους Γάλλους, κομμουνιστές και συμπαθούντες, ταξιδεύει στην ΕΣΣΔ. Την ημέρα δε που έφτασε στη Μόσχα, πέθανε ο Μαξίμ Γκόρκι και η σοβιετική ηγεσία, αναγνωρίζοντας το κύρος του, ζήτησε από αυτόν να εκφωνήσει τον επικήδειο στην Κόκκινη Πλατεία, όπως και έγινε.

Ο Αντρέ Ζιντ πήγε στη Σοβιετική Ενωση με την προσμονή να δει και να θαυμάσει τη νέα σοσιαλιστική κοινωνία. Με έκπληξη όμως είδε ότι η πραγματικότητα όχι μόνο απείχε πολύ από τις σοσιαλιστικές επαγγελίες αλλά συχνά ήταν και αντίθετη σ’ αυτές. Ο διανοούμενος Ζιντ, μετά το ταξίδι, προτίμησε να μη σιωπήσει, όπως έκαναν πολλοί, αλλά να εκθέσει τους προβληματισμούς του για τα όσα είδε. Πίστευε, όπως γράφει, ότι εάν σιωπούσε θα έβλαπτε «όχι μόνο την ίδια τη Σοβιετική Ενωση αλλά και την υπόθεση που αντιπροσωπεύει στα μάτια μας» και προσθέτει ότι θα ήταν ολέθριο σφάλμα «η υπόθεση να θεωρηθεί υπεύθυνη για όσα με λύπη μας διαπιστώνουμε ότι γίνονται στη Σοβιετική Ενωση». Ετσι όταν γύρισε στη Γαλλία εξέδωσε το βιβλίο με τον τίτλο «Επιστροφή από τη Σοβιετική Ενωση» όπου καταγράφει τις εντυπώσεις του από το ταξίδι. Ο Ζιντ αρχικά περιγράφει με χαρά κάποιες εμφανείς προσπάθειες για τη βελτίωση της ζωής των πολιτών, όπως τους παιδικούς σταθμούς, τις κατασκηνώσεις, τα πάρκα πολιτισμού και αναδεικνύει ένα γενικευμένο πνεύμα αισιοδοξίας και δημιουργίας. Οσο, όμως, προχωρεί κάτω από την επιφάνεια των πραγμάτων, διαπιστώνει και καταγράφει πρακτικές και φαινόμενα που χαρακτηρίζουν πια τη σοβιετική κοινωνία. Σημειώνει την έλλειψη προϊόντων και τις ουρές στα καταστήματα και απομυθοποιεί τον σταχανοβισμό, τον οποίο θεωρεί τέχνασμα κατά της αδιαφορίας για την εργασία. Αναδεικνύει τη «δικτατορία τού ενός ανδρός» και την επακόλουθη προσωπολατρία του Στάλιν, και στηλιτεύει την καταστολή της αντιπολίτευσης και την απουσία ελεύθερης γνώμης εκτός από αυτήν της γραμμής του κόμματος. Μάλιστα δεν διστάζει να γράψει ότι αμφιβάλλει αν σε άλλη χώρα «ακόμα και στη Γερμανία του Χίτλερ, το πνεύμα είναι λιγότερο ελεύθερο, πιο υποταγμένο, πιο φοβισμένο (τρομοκρατημένο), πιο δουλοπρεπές». Παρατηρεί δε τις τεράστιες διαφορές μισθών, την ύπαρξη μεγάλης φτώχειας και τη διαμόρφωση μιας νέας άνισης κοινωνικής διαστρωμάτωσης.

Το βιβλίο προκάλεσε πάταγο κυρίως στον χώρο των αριστερών διανοουμένων και ο Ζιντ δέχθηκε έντονη πολεμική. Το 1937 στην έκδοση προσέθεσε το κείμενο «Διορθώσεις στο Επιστροφή από τη Σοβιετική Ενωση», όπου απαντούσε στις εναντίον του επικρίσεις και κατέθετε και επιπλέον στοιχεία και εμπειρίες από το ταξίδι του. Ο λόγος του είναι πλέον πιο επιθετικός και αιχμηρός. Επιβεβαιώνει τις τεράστιες μισθολογικές ανισότητες και επισημαίνει τις μεγάλες αστοχίες στην παραγωγή διάφορων προϊόντων, τις αποτυχίες στην καταπολέμηση του αναλφαβητισμού, την ηγεμονική εδραίωση της γραφειοκρατίας. Εξηγεί όμως ότι δεν καταμαρτυρεί στη Σοβιετική Ενωση αυτά που δεν έκανε, αλλά ότι ξεγέλασε τον ίδιο και πολλούς ακόμα, παρουσιάζοντας αξιοζήλευτη την κατάσταση των εργατών της ενώ δεν ήταν. Συνεχίζοντας, καταγγέλλει το εντεινόμενο κλίμα του χαφιεδισμού και της τρομοκρατίας και παραπέμπει και στις μεγάλες δίκες των παλιών μπολσεβίκων που διεξάγονταν τότε. Χαρακτηριστικά μάλιστα αναφέρει τη μάταιη απόπειρα του Μπουχάριν να τον συναντήσει.

Τα όσα είδε και προσέλαβε ο Ζιντ στο ταξίδι του αυτό, τον οδήγησαν σε μια σαφέστατη άποψη για το σοβιετικό καθεστώς. «Η Σοβιετική Ενωση», γράφει, «δεν είναι αυτή που ελπίσαμε, αυτή που είχε υποσχεθεί ότι θα γίνει, αυτή που προσπαθεί να φαίνεται. Πρόδωσε όλες τις ελπίδες μας».

Η σημερινή αξία

Σήμερα, παρ’ όλο που ο οδοστρωτήρας της ιστορίας αποκάλυψε πολλά ψεύδη και φανέρωσε πολλές αλήθειες για τον σοβιετικό ολοκληρωτισμό, το βιβλίο του Ζιντ εξακολουθεί να έχει βαρύτητα και αξία. Συνεισφέρει κατ’ αρχάς στην επανάγνωση και στην κατανόηση της θαυμαστής και συνάμα τραγικής κομμουνιστικής περιπέτειας που χαρακτήρισε τον εικοστό αιώνα. Αναδεικνύει επιπλέον και την ηθική του Αντρέ Ζιντ, που, παρά την κομμουνιστική του τοποθέτηση και τα προσφερόμενα σ’ αυτόν πολλά υλικά οφέλη, αρνήθηκε να ενταχθεί στον μηχανισμό της χρήσης των διανοουμένων για την προπαγάνδα του σοβιετικού καθεστώτος. «Γεμάτος ενθουσιασμό και πίστη», σημειώνει και πάλι, «είχα έρθει να θαυμάσω έναν καινούργιο κόσμο, και, για να με γοητεύσουν, μου πρόσφεραν όλα τα προνόμια που απεχθανόμουν στον παλιό». Η έκδοση, όμως, συμβάλλει και στον εγχώριο προβληματισμό για την τωρινή βιούμενη πολυποίκιλη κρίση. Ο συγγραφέας περιγράφει ανάγλυφα τα οδυνηρά αποτελέσματα της «επαναστατικής» λύσης στη σχετικά ανάλογη κρίση του μεσοπολέμου και έχοντας αρνηθεί με την πολιτική του στάση την εθνικιστική – φασιστική πρόταση, υπόρρητα αναδεικνύει την αναγκαιότητα της διατήρησης της δημοκρατίας και των θεσμών του κράτους δικαίου. Το βιβλίο μεταφράστηκε εξαιρετικά από τη Βάσω Μέντζου και το κείμενο αποδόθηκε μ’ έναν στρωτό και απόλυτα εύληπτο τρόπο.