ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Ερωτόκριτος, Αρετούσα και καρουζέλ

ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ. Η παλιά αρχοντιά σε συνδυασμό με τις σύγχρονες παρεμβάσεις στον εξοπλισμό και στη διακόσμηση έκανε το ιστορικό θέατρο «Ακροπόλ», στη νέα του εποχή, έναν ζηλευτό χώρο. Μαύρο και κόκκινο στους τοίχους, ξύλο στο φουαγιέ, άνετες πολυθρόνες για τους θεατές και έναρξη με μια παράσταση που γοήτευσε. Ο «Ερωτόκριτος» του Βιτσέντζου Κορνάρου εγκαινίασε το ανακαινισμένο «Ακροπόλ», το πολύστιχο αφηγηματικό ποίημα που γράφτηκε τον 16ο αιώνα, σε σκηνοθεσία Στάθη Λιβαθινού. Ο οποίος διάλεξε για την αναβίωση του ερωτικού δράματος του Ερωτόκριτου και της Αρετούσας την παλιά του ομάδα, οι περισσότεροι από τους οποίους ξεκίνησαν μαζί του στην Πειραματική Σκηνή του Εθνικού και τον συνοδεύουν σε πολλές από τις επιλογές του.

Επί περίπου τρεις ώρες, απολαύσαμε τη μουσικότητα και τον λυρισμό της γλώσσας του Βιτσέντζου Κορνάρου και θαυμάσαμε τη «γυμνή» αναπαράσταση του κόσμου εκείνου από τους ηθοποιούς της παράστασης (Δημήτρη Ημελλο, Μαρία Ναυπλιώτου, Νίκο Καρδώνη, Μαρία Σαββίδου, Πηνελόπη Μαρκοπούλου, Νεφέλη Κουρή, Στέλιο Ιακωβίδη, Αρη Τρουπάκη, Γιώργο Χριστοδούλου, Σπύρο Τσεκούρα, Ηλία Μελέτη, Χρήστο Σουγάρη, Γιώτα Φέστα). Γυμνή, γιατί σχεδόν όλο το πρώτο μέρος παίζεται μπροστά από το κόκκινο βελούδο της αυλαίας, με συμπρωταγωνιστή, αλλά βασικό συντελεστή στη σύγχρονη απόδοσή του, τη μουσική του Δημήτρη Μαραμή, που δίνει στοιχεία ροκ και τζαζ στον «Ερωτόκριτο». Και όταν η αυλαία ανοίγει, ένα τεράστιο καρουζέλ στη μέση της σκηνής γίνεται το παλάτι, η φυλακή, ο τόπος του πόνου και της τιμωρίας, αλλά και και ο τόπος της συνάντησης, της αναγνώρισης και της ευτυχίας των δύο ερωτευμένων παιδιών.

Οι θεατές είχαν γεμίσει την πλατεία και τον εξώστη του «Ακροπόλ» και επί σχεδόν τρεις ώρες δεν κουνήθηκαν. Παρακολούθησαν μιαν ευφυή και εύστοχη ανάγνωση ενός εμβληματικού έργου, που σημάδεψε τη λογοτεχνία της Κρητικής Αναγέννησης, μελοποιήθηκε, έγινε σύμβολο και αναφορά. Ενα από τα πιο μακροσκελή αφηγηματικά ποιήματα παρουσιάστηκε στην Αθήνα το 2011 σε δραματουργική επεξεργασία Ελσας Ανδριανού, που έκανε όντως δύσκολη και αφανή δουλειά.