ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Η δύναμη και η σαγήνη του λόγου

Βιτσέντζος Κορνάρος

Ερωτόκριτος σκην.: Στάθης Λιβαθινός

Θέατρο Ακροπόλ

Την άνοιξη που ο Βιτσέντζος Κορνάρος, αρχοντόπουλο από τη Σητεία της Κρήτης, γινόταν 11 χρόνων, στην άλλη άκρη της Ευρώπης, στο Στράντφορντ της Αγγλίας λέγεται πως γεννιόταν ο Ουίλιαμ Σαίξπηρ. Πιθανόν να διάβασαν τα ίδια παραμύθια, τα ίδια ιπποτικά ρομάντζα από τις λαϊκές φυλλάδες, τα ίδια αυλικά, μεσαιωνικά ή πρωτο-αναγεννησιακά έργα. Αυτά που η ορμητική Αναγέννηση ταξίδευε, μετέφραζε, παράφραζε, έκλεβε, διασκεύαζε, κορφολογούσε, διασταύρωνε οριζοντίως και καθέτως, κατά πλάτος και κατά μήκος του μεσογειακού και του αραβο-ευρωπαϊκού, κυρίως, κόσμου.

Οποιος πάρει στα χέρια του το μεσαιωνικό ρομάντσο «του Παρίση και της Βιέννας» κάποιου Πιερ ντε λα Σιπέντ δυσκολεύεται να πιστέψει πως στάθηκε -μεταξύ άλλων- το πρότυπο για τον Ερωτόκριτο. Γι’ αυτόν τον γόη-ποταμό των 10.052 στίχων, που αν λουστείς στους ιαμβικούς του δεκαπεντασύλλαβους στοιχειώνει για πολύ εντός σου.

Καθισμένη στην πέμπτη σειρά του ανακαινισμένου θεάτρου Ακροπόλ λούστηκα πράγματι σ’ αυτόν τον ποταμό της κρητικής Αναγέννησης, αλλά και στους σκηνικούς χυμούς ενός ορμητικού, ενθουσιώδους, νεαρού -ασχέτως ηλικίας- θιάσου. Πρόκειται για τον πυρήνα της πρώην Πειραματικής Σκηνής του Εθνικού, που υπό τον Στάθη Λιβαθινό συνεχίζει εκτός Εθνικού τη δυναμική της πορεία. Τα δύο επόμενα χρόνια, στο Ακροπόλ.

Για αρκετή ώρα δεν συνειδητοποιείς πως το έργο παίζεται στο περιορισμένο προσκήνιο μπροστά από την κλειστή αυλαία και σε δύο σκάλες, δεξιά κι αριστερά της σκηνής. Τέτοια είναι η δύναμη και η σαγήνη του λόγου, τέτοια η φυσικότητα, η πλαστικότητα, το χιούμορ, οι περιπέτειες της εκφοράς του, που δίνουν χιλιόμετρα σε μια λουρίδα σανιδιού και τριάντα σκαλοπάτια. Τέτοια η μουσική και μουσικότητα της αφήγησης, το πάθος των αποστροφών που τραγουδιούνται σε ύφος τζαζ (τι έξοχη δουλειά του Δημήτρη Μαραμή!) που θαρρείς ότι έχουν προσαρμοστεί ακόμα και τα λαούτα της παράδοσης δίχως καμία παραχώρηση. Οταν πια ανοίξει η σκηνή και εμφανιστεί ένα αστείο καρουζέλ με αλογάκια, ένας παν-τόπος που γυρίζει και σημαίνει τα πάντα -παλάτια, πεδία μάχης, φυλακές- τότε συνδέεις αυτόματα την αρχή του έργου και των περιπετειών του:.. «του κύκλου τα γυρίσματα, που ανεβοκατεβαίνου/ και του τροχού που ώρες ψηλά κι ώρες στα βάθη πηαίνου/..» και υποκλίνεσαι στην ιδέα της Ελένης Μανωλοπούλου. Ανάλαφρη και πολυσήμαντη. Το ίδιο υποκλίνεσαι και στα παιγνιώδη, τολμηρά στη σύνθεση υλικών, ύφους, καταγωγών, πανσπερμικά κοστούμια της, τόσο συμβατά με τη φιλοσοφία της σκηνοθεσίας.

Πολλοί με ρωτούν ποιος έπαιζε ποιον στην παράσταση που είδαν, καθώς δεν γνώριζαν παρά τον Ημελλο, τη Ναυπλιώτου και τη Φέστα από τον θίασο των δεκατριών ηθοποιών. Αναφορά σε ρόλους δεν υπάρχει στο πρόγραμμα ή σε δημοσιεύματα. Ολοι παίζουν σχεδόν όλους και με αφοπλιστική αμεσότητα, ταχύτητα και καθαρότητα μπαινοβγαίνουν σε ρόλους, μεταμορφώσεις, σχολιασμούς και αφηγήσεις. Είναι ένας θίασος θαυμαστά δουλεμένος και αλληλοσυμπληρούμενος στις υπηρεσίες ενός σύγχρονου αφηγηματικού τρόπου, τόπου και ήθους. Θα έπρεπε ίσως να σεβαστεί κανείς τις προθέσεις του (ακόμη και συμβολικές για τις μέρες μας) και να κρίνει συνολικά ομοψυχία, συλλογικότητα, ομοιογένεια, όμως μαζί κι ελευθερία και άπλα του κάθε ηθοποιού στο τελικό αποτέλεσμα.

Ελα όμως που το θέατρο δεν αφήνει ν’ αγιάσουν οι ανωνυμίες! Εχει στο DNA του τον «πρωταγωνιστή». Τολμώ λοιπόν κι εγώ να ξεχωρίσω εκτός των σαρωτικών, ευαίσθητων, ψαγμένων και σκηνικά πανέξυπνων: Ηλία Μελέτη, Δημήτρη Ημελλο, Στέλιο Ιακωβίδη, Νίκο Καρδώνη, Πηνελόπη Μαρκοπούλου, Μαρία Ναυπλιώτου, Χρήστο Σουγάρη, Αρη Τρουπάκη, Σπύρο Τσεκούρα, Γιώτα Φέστα, την ανεξάντλητης δύναμης και αυταπάρνησης παραμάνα Φροσύνη της Μαρίας Σαββίδου. Μου θύμισε, με όλες τις αρετές της αλλά και με το σκηνικό της εκτόπισμα, σοφή, δροσερή, πανάρχαια βελανιδιά που μάζεψε στον ίσκιο της όλες τις Ιουλιέτες, τις Μελιμπέες, τις Αρετούσες των αιώνων. Αλλη μια αναφορά στο νεαρό, πρώτο ζευγάρι Ερωτόκριτου – Αρετούσας: Στη Νεφέλη Κουρή, αεικίνητο, νευρώδες αγριοκάτσικο, δεν το κάνεις πάνω από 13-14, κεραυνοβολημένο απ’ τα δεινά του έρωτα, δοσμένο γι’ αυτό στης μουσικής το πάθος, και στον άγουρο Ερωτόκριτο του Γιώργου Χριστοδούλου, φλεγόμενο, ικέτη, μαχητή, πλάνητα κι εξόριστο, υπέροχα αθώο, δυναμικό και ασυγκράτητο.