ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Ιστορίες ηθικού εκμηδενισμού

ΒΑΡΛΑΜ ΣΑΛΑΜΟΦ

Ιστορίες από την Κολιμά

μετ.: Ελένη Μπακοπούλου

εκδ. Ινδικτος

Ο Βαρλάμ Σαλάμοφ έζησε την εμπειρία του σοβιετικού γκουλάγκ από τα 21 ώς τα 50 του χρόνια. Δεν πρόλαβε «να δράσει», δεν πρόλαβε «να ζήσει», όπως λαχταρούσε όταν, νεαρός έφηβος στον κύκλο του Μαγιακόφσκι ονειρευόταν «μιαν άλλη ποίηση και μιαν άλλη κοινωνία». Τον Φεβρουάριο του 1929 συλλαμβάνεται την ώρα που τυπώνει στον πολύγραφο μια επιστολή-διαθήκη του Λένιν με αρνητικές παρατηρήσεις για την προσωπικότητα του Στάλιν: τον στέλνουν στο στρατόπεδο του Βίσερα, κοντά στα Ουράλια, όπου αντιλαμβάνεται ότι «η μοναξιά είναι η ευνοϊκότερη συνθήκη για τον άνθρωπο» · το 1935 αποφυλακίζεται· το 1937 συλλαμβάνεται και πάλι, για «αντεπαναστατική τροτσκιστική δράση» και καταδικάζεται σε εγκλεισμό στο στρατόπεδο Κολιμά, εκεί όπου «ο χειμώνας διαρκεί δώδεκα μήνες»: είναι ένα κάτεργο πολύ πιο «αναβαθμισμένο» από εκείνο που περιγράφει ο Ντοστογιέφσκι στις «Αναμνήσεις από το σπίτι των πεθαμένων», τόπος ανθρωποφαγικός, στερημένος από κάθε ανθρώπινο αίσθημα, κολαστήριο που ξεπερνάει όσα μπορεί να φανταστεί το «φτωχό ανθρώπινο μυαλό».

Ο Σαλάμοφ θα ζήσει στην Κολιμά δεκαέξι χρόνια· θα απελευθερωθεί μόλις το 1953, με τον θάνατο του Στάλιν. Υστερα, θα εγκατασταθεί στη Μόσχα, θα προσπαθήσει να επανενταχθεί. Δεν θα είναι εύκολο. Τα κείμενά του, «το τίμημα του πόνου σε μορφή μαρτυρίας», όπως τα έλεγε ο ίδιος, κυκλοφορούν στο εξωτερικό σε μορφή σαμιζντάτ. Ομως, τις ανά χείρας Ιστορίες του, το magnum opus του, εκδομένο επιτέλους στη γλώσσα μας σε εξαιρετική μετάφραση και σπάνια τυποαισθητική -ένα πεζό, που σύμφωνα με τα λόγια του Αντρέι Σινιάφσκι ο οποίος και το μετέφρασε στα γαλλικά το 1966, «είναι σαν να έχει γραφτεί από έναν άνθρωπο ήδη νεκρό» – θα τις αποκηρύξει ο ίδιος το 1972, πιεζόμενος από την KGB, από τις σελίδες της Literatournaya Gazetta. Ισως γιατί οι δοκιμασίες του τον έχουν μεταμορφώσει και τον ίδιο στον διανοούμενο που περιγράφει στις «Ιστορίες» του, σ’ ένα δειλό ανθρωπάριο εξουθενωμένο από τους ξυλοδαρμούς, τη λιμοκτονία, την αποκτήνωση, ένα πλάσμα ηθικά εκμηδενισμένο, «φοβισμένο για πάντα».

Κι ύστερα, θα ακολουθήσουν για τον Σαλάμοφ τριάντα χρόνια «κίβδηλης ελευθερίας». Στην ψυχροπολεμική ατμόσφαιρα της Μόσχας, «πικραμένος, σκοτεινός, αγέλαστος», γράφει συνέχεια με μολύβι σε μικρά σχολικά τετράδια, χρησιμοποιώντας τη γραφή για να «φωνάξει, να απειλήσει να κλάψει». Αλλά είναι πια «μισός άνθρωπος». Συγκρούεται με τους φίλους του, επιτίθεται στον Σολτζενίτσιν και τις «φτενές, αν και εμφατικές, περιγραφές της φρίκης που αγιογραφούν μονάχα τον εαυτό του», απομακρύνεται από τα παιδιά του. Το τέλος τον βρίσκει μόνο, κουφό και τυφλό, να παραληρεί σ’ ένα ψυχιατρείο της Μόσχας, όπου και θα πεθάνει τον Ιανουάριο του 1982. «Πιο αληθινός κι από την αλήθεια την ίδια» και γι’ αυτό πιο ζοφερός από το σκοτάδι και πιο πικρός από το φαρμάκι, ο Σαλάμοφ ήταν εκείνος που συνόψισε τη σταλινική τρομοκρατία σε μία μονάχα φράση: «Επρεπε να δουλεύεις αφοσιωμένα, όπως ταιριάζει στον «σοβιετικό άνθρωπο» · ωστόσο μπορούσες να προδώσεις τον διπλανό σου, για μια γόπα, για ένα ευνοϊκό βλέμμα του φύλακα».