ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Περίπατοι και έρωτες που κυκλώνει η απελπισία

ΝΑΠΟΛΕΩΝ ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ

Κάπου περνούσε μια φωνή

επιμ. – επιλεγόμενα: Νίκος Σαραντάκος

εκδ. Ερατώ

«Ενα φεγγάρι πράσινο, μεγάλο, / που λάμπει μες τη νύχτα – τίποτ’ άλλο. // Μια φωνή που γροικιέται μες στο σάλο, / και που σε λίγο, παύει, – τίποτ’ άλλο.», λέει ο αντισυμβατικός, αυτόχειρας ποιητής Ναπολέων Λαπαθιώτης (1888-1944), ο «Αθηναίος Ντόριαν Γκρέη», στο ποίημά του «Νυχτερινό». Οι τέσσερις αυτοί στίχοι συνοψίζουν τη νουβέλα του «Κάπου περνούσε μια φωνή», δημοσιευμένη το 1940, την οποία σήμερα μας παρουσιάζει ο Νίκος Σαραντάκος (πρώτη δημοσίευση στην ιστοσελίδα του όπου θεραπεύει με συνέπεια κι αγάπη τη νεοελληνική γλώσσα και λογοτεχνία, www. sarantakos. com). Μια νουβέλα ερωτική, ιδιαιτέρως ποιητική, έρρυθμη και εύρυθμη, γραμμένη λες σε δεκαπεντασύλλαβους, όπως εύστοχα επεσήμανε στη νεκρολογία του λίγο μετά την αυτοκτονία του ποιητή ο Γιώργος Γεραλής.

Η ιστορία ξεκινά με μια φωνή που ξεχωρίζει στη «χορωδία» μιας παρέας αγοριών, που παίζουν, τσακώνονται και τραγουδούν στους δρόμους της νυχτερινής Αθήνας το 1915 – οπότε και ο Λαπαθιώτης ξεκίνησε προφανώς τη συγγραφή της. Είναι μια φωνή «λυγερή και καθαρή, πολύ γλυκιά και δροσερή, σα να ‘ταν ασημένια», αστραφτερή, «γερή και κρυσταλλένια». Ανήκει στον δεκαεννιάχρονο τσαγκάρη Σωτήρη, που τον ερωτεύεται η Ρηνούλα, μια «φλογερή, μελαχρινή» καπελού που τα καστανά της μάτια «στο πολύ το φως άνοιγαν και γινόσαν γαλανά». Μόνο που ο Σωτήρης «στην αισθηματικήν υπόστασή του δεν είχε πολλή κλίση στις γυναίκες» και προτιμά τη φιλία του αδελφού της Ρηνούλας Λάκη. Ο έρωτας γίνεται μαράζι και χτικιό που σιγοτρώει τη Ρηνούλα – σαν την Ανθούλα στο «Τάμα της Ανθούλας». Στην ερημιά και τους εφιάλτες της τη συντροφεύει «ένα φεγγάρι, πράσινο, μεγάλο, πελιδνό», που μπαινοβγαίνει «στα συναγμένα σύννεφα», τ’ αφηνιασμένα σαν άγρια άλογα.

Μελωδικό

Νεορομαντικό, τρυφερό, μελωδικό σαν το αγορίστικο «κόρο» που περιγράφει, το κείμενο του Λαπαθιώτη νοσταλγεί το γλυκό εκείνο παρελθόν στο οποίο ξεκίνησε να το γράφει, της δικής του νιότης αλλά και εκείνο της πόλης, η οποία σε λίγο -και το 1915 και το 1940- θα μεταβληθεί σε πεδίο μάχης. Περιγράφει τους φίλους, τους νυχτερινούς περιπάτους, τους δικούς του έρωτες την ώρα που τον κυκλώνει η απελπισία. Τέσσερα χρόνια αργότερα θα αυτοκτονήσει με μια σφαίρα στην καρδιά, χρησιμοποιώντας ένα από τα όπλα του στρατιωτικού και υπουργού πατέρα του, τα περισσότερα από τα οποία ο ίδιος τα έχει χαρίσει στον ΕΛΑΣ. Το τελευταίο διάστημα, κερδίζει τη θέση που του αξίζει, έπειτα από χρόνια λήθης άδικης: η νουβέλα αυτή, που συνομιλεί τόσο με συγκαιρινούς του συγγραφείς, όπως ο Χρηστομάνος κι η «Κερένια κούκλα» του, όσο και με τον γαλλικό ρεαλισμό, κερδίζει τον αναγνώστη με την ευαισθησία και την απλότητά της.