ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

«Εφαλτήριο, ο περιορισμός»

Το ραντεβού μας ήταν στο Ωδείο Αθηνών, στη Ρηγίλλης, αφού ο σκηνοθέτης Κωνσταντίνος Αρβανιτάκης είναι διευθυντής της Δραματικής Σχολής του Ωδείου. Αλλά η σχέση του με τη μουσική και με το Ωδείο είναι παλιά, αφού από εκεί πήρε το δίπλωμα στο φλάουτο, ακολουθώντας την οικογενειακή παράδοση. Ο Κωνσταντίνος Αρβανιτάκης υπογράφει τη σκηνοθεσία ενός σύγχρονου παραμυθιού, του έργου που έγραψε ο Λιβανέζος Ουαζντί Μουαουάντ με τον τίτλο «Πυρκαγιές» και παρουσιάζεται στην Κεντρική Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου. Του το πρότεινε ο Γιάννης Χουβαρδάς και «είμαι εξαιρετικά ευγνώμων γιατί είναι ένα μεγαλοφυές έργο. Ισως και να μην κολλάει ακριβώς στον φετινό άξονα του Εθνικού, παρότι ο Μουαουάντ είναι λάτρης του αρχαίου δράματος και αυτό το έργο είναι μια συνέχεια. Είναι μια σύγχρονη εκδοχή της τραγωδίας και λες, ναι, έτσι προχωράμε και δεν αναμασούμε. Είναι ένας φόρος τιμής στο αρχαίο δράμα».

Με το κείμενο του Μουαουάντ «έκανα ένα ταξίδι ενός χρόνου. Οι σκηνοθέτες, ξέρετε, παντρευόμαστε τα κείμενα για μερικούς μήνες. Στις αρχές, μου ήταν αδύνατον να το τελειώσω χωρίς να κλάψω και ακούω ότι και το κοινό αντιδρά ανάλογα. Ομως το εξετίμησα πολύ βαθιά το κείμενο αυτό, μελετώντας το. Γιατί συνειδητοποίησα ότι η ουσία βρίσκεται στη δομή του. Που είναι μεγαλοφυής. Δεν έχω ξαναδουλέψει ποτέ με κείμενο που χειρίζεται τη δόμηση του μύθου μ’ έναν τόσο ιδιοφυή τρόπο», αναφέρει.

Τρεις… χορδές

Ομολογεί ότι λόγω και της κυπριακής καταγωγής του, ο κόσμος της Μέσης Ανατολής του είναι οικείος. «Την πρώτη φορά που το διάβασα δεν είχα συνειδητοποιήσει ότι επρόκειτο για τον Λίβανο, γιατί ο Μουαουάντ στέκεται στην ανθρώπινη πλευρά και παραλείπει τα ονόματα. Εκανε καλή δουλειά στο να το μεταμφιέσει, γιατί αν δεν το ξέρεις, θα μπορούσε να αφορά οποιαδήποτε χώρα της Βόρειας Αφρικής και της Μέσης Ανατολής. Πάνω απ’ όλα όμως είναι οι πανανθρώπινες αξίες που προβάλλει μέσα από την ιστορία του Οιδίποδα, που ανήκει σε όλους τους λαούς. Για μένα είναι τρεις αυτές οι χορδές που σε αγγίζουν απ’ ευθείας: το άσβηστο του ιδανικού έρωτα, το άσβηστο της μητρικής αγάπης και το άσβηστο της ιδανικής φιλίας. Αυτά τα τρία τα προβάλλει σε μια άλλη απόλυτη κατάσταση, αυτήν του Εμφυλίου, που είναι η χειρότερη κτηνωδία». Μιλάει διαρκώς, με πάθος για το κείμενο που διαχειρίστηκε, για τις γοητευτικές δυσκολίες του. «Ηταν μαγική η διαδρομή, αλλά βοηθούσε και το κείμενο σ’ αυτό».

Είναι μια παραγωγή με εξαιρετικά μικρό κόστος. Χωρίς σκηνικά, σχεδόν χωρίς κοστούμια. Είναι αυτή η λύση για παραγωγές σε περιόδους κρίσης; «Ο Πικάσο έλεγε ότι το θέατρο θέλει δυο σανίδες κι ένα πάθος. Το θέατρο πάντα βρίσκει τρόπους. Είναι τρομερό εφαλτήριο ο περιορισμός στον καλλιτέχνη. Δεν υπάρχει χειρότερο από την ασυδοσία. Οταν μπορείς τα πάντα δεν μπορείς να βασιστείς. Στην τέχνη πατάμε πάνω στο εμπόδιο. Ετσι κι αλλιώς το θέατρο είναι τέχνη που απευθύνεται στην καρδιά παρότι έχει παρεξηγηθεί γιατί έχει μπολιαστεί από τη show μπίζνες. Αν πας στο θέατρο να δεις κοστούμια και σκηνικά να ανεβοκατεβαίνουν, απλώς δεν πας στο θέατρο. Το παρακάναμε, επηρεαστήκαμε και από τον κινηματογράφο και υποτιμήσαμε τον θεατή. Νομίζουμε ότι για να δικαιολογήσουμε τον μισθό μας πρέπει να κάνουμε πράγματα. Οι ηθοποιοί νομίζουν ότι πληρώνονται για να δείχνουν τον ψυχικό τους κόσμο κι αυτό είναι μια μεγάλη παρεξήγηση. Γιατί αυτό δεν γίνεται στη ζωή. Οι άνθρωποι κρύβουν το συναίσθημά τους και το συμπέρασμα αντλείται από τη δράση. Δεν τους βλέπουμε διαρκώς να γελάνε ή να κλαίνε τους ανθρώπους. Κι εμείς οι σκηνοθέτες, πολλές φορές νομίζουμε ότι αν δεν αγγίξουμε με το μαγικό μας ραβδί ένα κείμενο, δεν θα καταλάβει ο άλλος τίποτα».