ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Οι ασυμβίβαστοι του Αντεργκράουντ

Ο αθηναϊκός καύσωνας φέρνει μια απόκοσμη εικόνα μεσημεριανής ερήμωσης στην πλατεία Κοτζιά. Το CAMP (Contemporary Art Meeting Point), στη γωνία της οδού Απελλού, έχει μερικούς πιστούς θαμώνες που δροσίζονται με καφέδες και χυμούς. Στον εκθεσιακό χώρο του επάνω ορόφου, φιλοξενείται μέχρι τα τέλη Αυγούστου μια από τις πιο ιδιαίτερες εκθέσεις του καλοκαιριού, με τίτλο «Το αθηναϊκό Underground 1964 – 1983». Δεν είναι μια αναδρομή, όχι ακριβώς. Είναι περισσότερο μια απόπειρα να επανασυσταθεί το πνεύμα μιας εποχής και μιας ομάδας δημιουργών, που δεν εντάχθηκαν ποτέ στην κυρίαρχη αφήγηση.

Καλλιτέχνες, κομιξάδες, ποιητές, συγγραφείς, κινηματογραφιστές, μουσικοί που συναντήθηκαν στον ίδιο σφυγμό: στην παράγκα του Σίμου, στις εκδόσεις περιοδικών όπως το «Panderma» και το «Ιδεοδρόμιο», σε πολιτικές συνάξεις. Με απόηχους μπίτνικ, με σουρεαλιστική ματιά, με μια πρωτόγνωρη ανεξαρτησία από τα κλισέ, με μουσική ροκ ή πανκ. Η έκθεση συμπυκνώνει τη νεανική κουλτούρα μιας περιόδου, ανάμεσα σε δύο συμπληγάδες: το μετεμφυλιακό ελληνικό κράτος που άρχισε να αποκτά σταθερές δομές το 1960 και την έλευση του lifestyle το 1980.

Σε αυτήν τη μικρή θυρίδα χρόνου, αναπτύχθηκαν ανήσυχες ιδέες και τάσεις που χώρεσαν κάτω από την ομπρέλα του Underground. Υστερα χάθηκαν, έσβησαν σχεδόν μαζί με τους δημιουργούς, οι οποίοι πέρασαν αυτοβούλως στην αφάνεια ή σε άλλες δράσεις. Καθόλου τυχαία, η έκθεση είναι αφιερωμένη στον εκδότη και ζωγράφο Λεωνίδα Χρηστάκη και τον σχεδιαστή κόμικς Λάζαρο Ζήκο. Δύο μορφές που κράτησαν με πεισματική συνέπεια μια πορεία χωρίς παρεκκλίσεις. Με πιο στενούς ή χαλαρούς δεσμούς, συμπορεύτηκαν πολλοί άλλοι: ο Αλέξης Ακριθάκης, ο Νάνος Βαλαωρίτης, ο Πάνος Κουτρουμπούσης, ο Γιάννης Αρκούδης Χριστοδούλου, ο Μίνως Αργυράκης, ο Στέργιος Δελιαλής, ο Θανάσης Ρεντζής, ο Ηλίας Πολίτης, ο Κωστής Τριανταφύλλου, ο Αλέξης Ταμπουράς. Οι δύο τελευταίοι μάς συνάντησαν στο CAMP, σε μια ιδιόμορφη ξενάγηση – κουβέντα για την έκθεση.

Η δόξα των ηττημένων

«Ενα από τα σπουδαιότερα στοιχεία της ομαδικής είναι η χρονική συγκυρία κατά την οποία παρουσιάζεται», λέει ο επιμελητής της, Θανάσης Μουτσόπουλος. «Σε εποχές κρίσης, τείνουμε να κοιτάμε προς τα πίσω και να ανασύρουμε από τον βυθό της λήθης πράγματα που δεν είχαν τη σφραγίδα του νικητή. Το ελληνικό Underground δεν είχε την προσοχή που έπρεπε ούτε όταν γεννήθηκε και ανδρώθηκε. Και οι ίδιοι οι καλλιτέχνες αποφάσισαν σε πολλές περιπτώσεις -ίσως με μια τάση αυτοκαταστροφική- να «σκοτώσουν» το παιδί τους, δηλαδή το έργο τους. Σήμερα λοιπόν δεν μας ενδιαφέρει πια να εξετάσουμε το πολιτιστικό κατεστημένο εκείνης της εποχής, αλλά να στρέψουμε το βλέμμα σε άλλα κεφάλαια συσκοτισμένα, υποφωτισμένα, άγνωστα. Είναι άλλωστε μια διεθνής τάση να αναζητούμε μια διαφορετική διαδρομή στην Ιστορία, εναλλακτικούς πρωταγωνιστές, νέες προσεγγίσεις».

Ο ιστορικός Τέχνης επιμένει: «Αν η ίδια έκθεση είχε διοργανωθεί πριν από τρία χρόνια, δεν θα είχε την ίδια απήχηση. Το γνωρίζω διότι κατά το παρελθόν είχαν γίνει πολλές απόπειρες να παρουσιαστούν αυτά τα καλλιτεχνικά έργα, αλλά το κοινό δεν ήταν έτοιμο ή πρόθυμο». Παρεμβαίνει ο Κωστής Τριανταφύλλου, ο διανοούμενος αυτής της γενιάς: «Αν υπάρχει μια τομή ανάμεσα στο τότε και το σήμερα, είναι πως πρόκειται για δύο εποχές όπου μπορούν να ανθήσουν μεγάλα κινήματα. Ολες οι δράσεις και η ανησυχία της δικής μας νιότης πέθαναν στις αρχές του ’80. Τότε ξεπουλήθηκαν όλα και άρχισε η εμπορευματοποίηση. Χρειάστηκε να περάσουν τριάντα χρόνια για να μιλήσουμε ξανά για τα ίδια ζητούμενα».

Ο πλακούντας

Τι ήταν αυτό που έκανε τις συνθήκες τόσο γόνιμες; «Μεγαλώσαμε σε ένα περίεργο κλίμα όπου η αρχαιότητα και το Βυζάντιο είχαν γίνει ένα, σε έναν κόσμο γεμάτο αγκυλώσεις και ενοχές, όχι μόνον από τη χούντα αλλά και από την ίδια την Αριστερά», συνεχίζει ο Τριανταφύλλου. Ο Αλέξης Ταμπουράς επιλέγει να μιλήσει για τις διεθνείς εξελίξεις της δεκαετίας του ’50 και του ’60, οι οποίες απετέλεσαν τον πλακούντα για όλους αυτούς τους δημιουργούς που συμμετέχουν στην έκθεση, προσθέτοντας ακόμα ένα στοιχείο: «Παράλληλα με αυτά, αναφερόμαστε σε μια περίοδο όπου ο πόλεμος είχε αφανίσει αρκετούς ανθρώπους από 30 ετών και πάνω, αφήνοντας πολύ χώρο στη νεολαία. Υπήρχε μια δημογραφική έκρηξη, οι νέοι ήταν παντού, έδιναν τον τόνο. Κάπως ήρθε το πνεύμα ανανέωσης, αμφισβήτησης, διαμαρτυρίας, εναλλακτικής σκέψης».

Το εκρηκτικό κοκτέιλ κράτησε μέχρι την έλευση της χούντας. Ακόμα όμως και στην επταετία, υπήρχε ένα μικρό περιθώριο για έκφραση: «Οποιος ήθελε να βρει πράγματα τα κατάφερνε με έναν μαγικό τρόπο. Επεφταν στα χέρια μας αμερικανικά περιοδικά, ακούγαμε τη νέα μουσική, διαβάζαμε βιβλία. Ολα αυτά που μας διαμόρφωσαν αργότερα», λέει ο Ταμπουράς. Ιδού τα ερεθίσματα που παρήγαγαν βιβλία, μουσική, ποίηση και τέχνη. «Το κύριο χαρακτηριστικό αυτών των ανθρώπων είναι πως αρνούνταν να ενταχθούν, να ακολουθήσουν κανόνες, να προβάλουν τον εαυτό τους», συμπληρώνει ο Θ. Μουτσόπουλος.

«Σαμποτέρ»

«Ηταν mainstream;», αναρωτιέται ο Θ. Μουτσόπουλος, για να δώσει ο ίδιος αμέσως την απάντηση: «Σαφέστατα όχι. Επαιξαν όμως τον δικό τους ρόλο, μπόλιασαν τους άλλους, άφησαν έργο. Σήμερα ακόμα και οι street artists, οι οποίοι θεωρούν τον εαυτό τους εκτός κατεστημένου, μπορούν εύκολα να γίνουν εξώφυλλο σε ένα free press. Τότε υπήρχαν οι αστικές εφημερίδες που αγόραζες στα περίπτερα και οι εναλλακτικές εκδόσεις που έβρισκε κανείς στην πλατεία Εξαρχείων. Η καλλιτεχνική Αθήνα ήταν μικρότερη και όλοι γνωρίζονταν μεταξύ τους».

«Θυμάμαι», λέει ο Ταμπουράς, «ότι φοράγαμε μπλουζάκια που έγραφαν «Bullshit stops here». Αισθανόμασταν ολίγον σαν σαμποτέρ του συστήματος. Δεν συμβάλαμε στην ανοικοδόμηση αυτού του τέρατος που κυριάρχησε στη δεκαετία του ’80 οπότε δεν νιώθουμε περίεργα τώρα που το βλέπουμε να καταρρέει μπροστά στα μάτια μας. Το ουσιώδες είναι η ηθική. Η στάση που κρατάμε απέναντι στα πράγματα. Οι συμβιβασμοί είναι το πρώτο βήμα μιας πορείας προς την κόλαση. Το Underground τράβηξε μια κόκκινη γραμμή που μας προστάτευσε από τα ψευτοδιλήμματα. Κάποιοι από τη γενιά μας έμειναν πιστοί σε αυτό και γλίτωσαν ή καταστράφηκαν με τον δικό τους τρόπο»…

Η έκθεση παρουσιάζεται στο CAMP (Απελλού 2) μέχρι και τις 30 Αυγούστου.