ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Προ-βολες

Μπορεί η Αθήνα να προσφέρει ευχάριστες εκπλήξεις; Φαίνεται ότι μπορεί. Την Τρίτη το απόγευμα, έφτασα με τους ΗΣΑΠ στον σταθμό στο Μοναστηράκι. Ανεβαίνοντας προς την πλατεία, άκουσα μουσικές και τραγούδια. Η θέα της πλατείας ήταν η πρώτη έκπληξη. Εσφυζε από ζωή, ήταν γεμάτη από κόσμο που βγήκε ν’ απολαύσει το ευεργετικό αεράκι που ανακούφισε τους ταλαιπωρημένους Αθηναίους.

Πέρασα πίσω από την εξέδρα, στην οποία τραγουδούσε το «Μήλο μου κόκκινο, ρόδο βαμμένο» μια νεαρή κοπέλα. Τη συνόδευαν μουσικοί με παραδοσιακά μουσικά όργανα. Στάθηκα λίγο περισσότερο. Κάτι διαφορετικό συνέβαινε εδώ. Το φανέρωνε η ηπιότητα των ήχων που έβγαινε τόσο από τα όργανα όσο και από τη φωνή της τραγουδίστριας.

Φτάνοντας στην άκρη της πλατείας, προς την Ερμού, μπορούσα να δω, πανοραμικά πια, ό,τι και όσα φιλοξενούσε στο εμβαδόν της. Και από εκείνο το σημείο είδα τη δεύτερη μεγάλη έκπληξη: μπροστά από την εξέδρα νέοι άνθρωποι, πιασμένοι στον κύκλο της ζωογόνου συλλογικότητας των δημοτικών χορών, χόρευαν. Ναι, χόρευαν εκεί στη μέση της πλατείας Μοναστηρακίου, κάτω από τα έκπληκτα βλέμματα Αθηναίων και τουριστών, που δεν σταμάτησαν να φωτογραφίζουν.

Πρέπει να στάθηκα αρκετά λεπτά όρθια κοιτώντας προς το μέρος των «χορευτών». Κι έπιασα τον εαυτό μου στην αρχή να χαμογελάει και μετά να συγκινείται. Ισως γιατί έπειτα από αρκετό καιρό η Αθήνα μάς πρόσφερε, για λίγο έστω, ευχάριστα, γαλήνια κι όχι ζοφερά συναισθήματα. Και εκείνη τη στιγμή ξέχασα (για την ακρίβεια δεν ήθελα να θυμάμαι) ότι πρέπει να προσέχω τα προσωπικά μου αντικείμενα. Κοιτούσα εκείνα τα νεαρά αγόρια και κορίτσια και ένιωθα, ύστερα από πάρα πολύ καιρό, ότι ξαναβρίσκω την πόλη που χάσαμε.

Πρόσκαιρο συναίσθημα, έχω γνώση. Αλλά αναγκαίο και απαραίτητο για να ανατρέπονται σιγά σιγά, λίγο λίγο, η κατήφεια, η απογοήτευση, ο φόβος, η ανασφάλεια. Τη θέση τους πήραν, για όσο διαρκούν λίγα τραγούδια, η χαλάρωση, η ανακούφιση, η ελπίδα…