ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Η έκρηξη των μικρομηκάδων

Ο Ζαν-Λικ Γκοντάρ είχε γράψει ότι οι μικρού μήκους ταινίες είναι τα εργαστήρια του μέλλοντος, όχι απλώς του κινηματογράφου. Τη φράση του Γάλλου δημιουργού υπενθυμίζει η σκηνοθέτις Αθηνά Ραχήλ Τσαγγάρη ενώ επεξεργάζεται την τελική κόπια της 35λεπτης ταινίας της «The capsule» για το 65ο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Λοκάρνο. Συμμετείχε εκτός συναγωνισμού (το φεστιβάλ ολοκληρώθηκε χθες) με μια μικρού μήκους παραγωγή που ξεκίνησε ως installation (εγκατάσταση), σε ανάθεση του Δάκη Ιωάννου, για το DesteFashion Collection του 2012. Τι οδήγησε την Αθηνά Τσαγγάρη, που έχει ήδη υπογράψει δύο μεγάλου μήκους ταινίες (με δεύτερη το διεθνώς βραβευμένο «Attenberg») να επιστρέψει στη μικρή διάρκεια;

«Μα εδώ ο Ντέιβιντ Λιντς γυρίζει τρεις μικρού μήκους τον χρόνο», σχολιάζει, για να αποσυνδέσει στη συνέχεια τον χρόνο μιας ταινίας με την ηλικία του σκηνοθέτη. «Είναι ένα διαφορετικό είδος σινεμά. Σαν να λέμε μυθιστόρημα ή νουβέλα. Ποιο είναι πιο σημαντικό; Ο δημιουργός μπορεί να δοκιμάσει διαφορετικά εργαλεία μέσα από διαφορετικού είδους αφηγηματικότητες, χωρίς την πίεση -όχι μόνο οικονομική- μιας μεγάλου μήκους παραγωγής. Υπάρχει κάτι απελευθερωτικό και εκπαιδευτικό στη μικρού μήκους».

Η μεγαλύτερη συμμετοχή

Είναι άραγε τυχαίο το γεγονός ότι φέτος το 35ο Διεθνές Φεστιβάλ Μικρού Μήκους της Δράμας (17 – 23 Σεπτεμβρίου) «θα είναι το καλύτερο ever», όπως επισημαίνει ο καλλιτεχνικός διευθυντής του από το 1999, Αντώνης Παπαδόπουλος; «Είχαμε τη μεγαλύτερη συμμετοχή. Υποβλήθηκαν 209 ταινίες και επιλέξαμε 85. Είναι το πιο πλούσιο πρόγραμμα που είχαμε ποτέ», παρατηρεί, προσθέτοντας ότι περιλαμβάνει και ψηφιακά γυρισμένες ταινίες. Και αν εξαιρέσει κανείς περίπου δέκα που έχουν κρατική χρηματοδότηση (μία από το Κέντρο Κινηματογράφου και 9 από την ΕΡΤ – «Μικροφίλμ»), όλες οι υπόλοιπες είναι ανεξάρτητες παραγωγές. Δηλαδή, βασίστηκαν πάνω στην εθελοντική εργασία και την αλληλεγγύη της κινηματογραφικής κοινότητας.

Κάπως έτσι ολοκληρώθηκε και το «Cavo d’ Oro» του Σιαμάκ Ετεμάντη που διαγωνίστηκε στο τμήμα Pardi di Domani του Λοκάρνο (προβλήθηκε την περασμένη Τετάρτη), μαζί με 28 ταινίες από 25 χώρες, αλλά και οι «Τίτλοι τέλους» του Γιώργου Ζώη, που επελέγη για το διαγωνιστικό τμήμα του ερχόμενου 69ου Φεστιβάλ της Βενετίας (28 Αυγούστου – 8 Σεπτεμβρίου).

Η άνθηση των μικρού μήκους δεν άφησε αδιάφορο και το 18ο Διεθνές Φεστιβάλ της Αθήνας – Νύχτες Πρεμιέρας (19 – 30 Σεπτεμβρίου) που φέτος ειδικά δημιούργησε διαγωνιστικό τμήμα και γι’ αυτήν την κατηγορία. «Είχαμε 127 αιτήσεις, εντυπωσιακός αριθμός», υπογραμμίζει ο καλλιτεχνικός διευθυντής Ορέστης Ανδρεαδάκης. «Ορισμένες θα έχουν προβληθεί και στη Δράμα αλλά δεν μας ενδιαφέρει η αποκλειστικότητα. Σκοπός μας δεν είναι ο ανταγωνισμός αλλά η ανοιχτή επικοινωνία». «Πού αποδίδετε την έκρηξη των μικρομηκάδων;», ρωτάμε. «Το χαμηλό κόστος παραγωγής, με τη νέα τεχνολογία, λύνει τα χέρια σε πολλούς νέους που έχουν ιδέες, τις οποίες στην εποχή του φιλμ δεν θα τολμούσαν καν να ξεκινήσουν να γυρίζουν», απαντά ο κ. Ανδρεαδάκης. «Τώρα, έχοντας απελευθερωθεί από το άγχος του κόστους, αφήνουν ελεύθερες τις δημιουργικές δυνάμεις τους».

Η θεματολογία

Το φθινόπωρο ανήκει στους μικρομηκάδες. Οι μικρού μήκους ταινίες πρωταγωνιστούν στη φετινή ελληνική κινηματογραφική παραγωγή. Πληθωρισμός αλλά και ποιότητα. Συνωστισμός αλλά και ευρυχωρία σκέψης και βλέμματος. «Ως περιεχόμενο, γραφή και τεχνικό αποτέλεσμα είναι ξεχωριστή χρονιά», συνοψίζει ο Αντ. Παπαδόπουλος. Οσο για τη θεματολογία, κυριαρχούν οι διαπροσωπικές σχέσεις αλλά υπάρχει έντονο και το αποτύπωμα της κρίσης. Κοινωνικός προβληματισμός, οικονομική κρίση και το απότοκό της, μετανάστευση.

Και αν προσθέσουμε και τις εκτιμήσεις του Ορ. Ανδρεαδάκη («κωμωδία, δράμα, επιστημονική φαντασία, κινούμενο σχέδιο»), δεν υπάρχει κινηματογραφικό είδος που να μην εκπροσωπείται στα φεστιβάλ των μικρομηκάδων.

Στο σινεμά μετράει η ανθρώπινη δυναμική

Ας δούμε και την πλευρά των ίδιων των νέων δημιουργών μέσα από τις απόψεις του Ιρανού, πολιτογραφημένου Ελληνα πλέον, Σιαμάκ Ετεμάντη, και του Γιώργου Ζώη (απόφοιτου του Πολυτεχνείου, με μεταπτυχιακά στην πυρηνική φυσική και αστροφυσική και σπουδές κινηματογράφου στη Γερμανία), σκηνοθέτη του πολυβραβευμένου «Casus Βelli».

«Θεωρώ τη μικρού μήκους πέρασμα στη μεγάλου μήκους αλλά όχι αναγκαίο πέρασμα. Το μέγεθος είναι αισθητική επιλογή» λέει ο Γ. Ζώης. «Εχεις μια ιστορία και πρέπει να επιλέξεις πότε ξεκινάει και πότε τελειώνει. Από το σημείο του τέλους και μετά φλυαρείς, από το σημείο της αρχής και πριν δεν χρειάζεται να τα πεις. Το αποτέλεσμα μπορεί να είναι 10 λεπτά ή 1,5 ώρα».

Ο Σιαμάκ Ετεμάντη είναι στην Ελλάδα από το 1995. Σπούδασε κινηματογράφο στην Αγγλία και στην Ελλάδα. Ζει και εργάζεται στην Αθήνα ως σκηνοθέτης, βοηθός σκηνοθέτης και ηθοποιός. «Προσωπικά, θεωρώ τη μικρού μήκους «πέρασμα» στη μεγάλου. Ο χρόνος όμως εξαρτάται απόλυτα από το θέμα», είναι η άποψη του Σ. Ετεμάντη. «Εκείνο που μετράει στο σινεμά είναι η ανθρώπινη δυναμική. Και στην Ελλάδα, αναλογικά με το μέγεθος της χώρας, υπάρχει μεγαλύτερη δυναμική στην τέχνη και ιδιαίτερα στον κινηματογράφο», σχολιάζει.

Και οι δυο θα συνεχίζουν να γυρίζουν ταινίες στην Ελλάδα, στην Αθήνα. Η κρίση δεν τους αποθαρρύνει. «Το χειρότερο είναι η ακινησία που σου προκαλεί ο φόβος», καταλήγει ο Σ. Ετεμάντη. «Η σχέση με την Αθήνα είναι σαν τους επίμονους έρωτες», προσθέτει ο Γ. Ζώης. «Ελκύουν και απωθούν ταυτόχρονα. Κι ενώ ξέρεις ότι είναι μια επικίνδυνη κατάσταση για την ψυχική σου υγεία, μπαίνεις ολοκληρωτικά σε αυτήν. Είμαι με τους ανθρώπους που εξαντλούνται και εξαντλούν. Η Αθήνα είναι μια τέτοια πόλη: προσπαθείς να την εξαντλήσεις και εξαντλείσαι».

«Τhe Capsule»

Αθηνά Ραχήλ Τσαγγάρη

Μια γοτθική νουβέλα τρόμου και μυστηρίου, γυρισμένη στην Υδρα μέσα σε τρεις ημέρες, με διεθνές γυναικείο καστ επτά ηθοποιών. «Είναι ένα έργο αυτοτελές, σε συμπαγή, ελλειπτικό χρόνο, αλλά ταυτόχρονα μια δοκιμή για τη «μυθιστορηματική», μελλοντική, δίωρη εκδοχή του», λέει η σκηνοθέτης. Η Α. Τσαγγάρη εμπνεύστηκε από το έργο της νεαρής Πολωνής καλλιτέχνιδας Αλεξάνδρας Βαλιζέφσκα. Σύμφωνα με το επίσημο δελτίο Τύπου: «Η Α. Τσαγγάρη δημιούργησε μια «κάψουλα» υψηλής μόδας, επιλέγοντας έργα από νέους, αβάν γκαρντ σχεδιαστές, που παίζουν με τα όρια της μόδας ως μια σειρά γλυπτών που μπορούν να φορεθούν. Η ταινία διαταράσσει τον συνεχή διάλογο ανάμεσα στο σινεμά, στη μόδα και στις καλές τέχνες».

Πρωταγωνιστούν: Αριάν Λαμπέντ, Κλεμένς Ποεζί, Ιζόλντα Ντισόκ, Ευαγγελία Ράντου, Αουρόρα Μαριόν, Ντενίζ Γκαζμέ Εργκουβέν και Σοφία Ντόνα.

«Cavo d’ Οro»

Σιαμάκ Ετεμάντη

Ενας άνδρας, μια γυναίκα, μια βάρκα και η θάλασσα. Γυρισμένο εξ ολοκλήρου στο φυσικό τοπίο της Νότιας Εύβοιας, είναι μια ιστορία για τον έρωτα, τον φόβο και τη μοναξιά. Δύο άγνωστοι άνθρωποι συναντιούνται τυχαία σε μια ερημική παραλία όπου η αγριότητα εντός τους και στη σχέση τους συνυπάρχει με την αγριότητα του τοπίου. Από τη μια, η ομορφιά του τοπίου και των σωμάτων. Από την άλλη, η βιαιότητα του τοπίου και των ανθρώπινων πράξεων. «Μέσα από μια ερωτική σχέση νιώθεις πιο δυνατός και πρόθυμος να δοκιμάσεις τα όριά σου» λέει ο σκηνοθέτης. Πρωταγωνιστούν ο Κυριάκος Χατζηϊωάννου και η Ελενα Μεγγρέλη. Η μουσική είναι των Drog-A-Tek. Στους συνεργάτες παραγωγούς εμφανίζεται και το όνομα του σκηνοθέτη Σύλλα Τζουμέρκα, ανάμεσα σε μια ομάδα κινηματογραφιστών που στήριξαν αφιλοκερδώς την ολοκλήρωση της ταινίας.

«Τίτλοι τέλους»

Γιώργος Ζώης

Δεκαπέντε σταθερά πλάνα. Το ίδιο θέμα (δεν αποκαλύπτει ποιο είναι), ένα επαναλαμβανόμενο μοτίβο. Γύρισαν την Αττική από τα Σπάτα μέχρι το Πέραμα. Από τον Ασπρόπυργο, το κέντρο της πόλης, μέχρι τη Βάρκιζα… «Ετσι αλλάζει πάρα πολύ και ο χαρακτήρας του κάθε πλάνου. Καθόμαστε απέναντι στο θέμα και περιμέναμε να τσιμπήσει η πραγματικότητα», λέει ο Γ. Ζώης. «Περιμέναμε τρεις μέρες ή ξαναπηγαίναμε μετά από 5 μήνες. Είναι εντυπωσιακό πόσο απλά και συγκλονιστικά πράγματα συμβαίνουν σε μια φέτα ζωής, σε ένα κάδρο, αν καθήσεις και απλά το παρατηρείς». Πόσοι εργάστηκαν για την ταινία; «Τέσσερις άνθρωποι: ένας οδηγός, ο φωτογράφος, εγώ και ένας ηχολήπτης. Θέλαμε τον ελάχιστο δυνατό εξοπλισμό: μια κάμερα και δυο βαλιτσάκια με φακούς», απαντά ο σκηνοθέτης. Τι στοίχισε η ταινία; «Τη βενζίνη και τις κάμερες. Και κυρίως την προσωπική δουλειά του καθενός μας».