ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Υμνος στο αρχέτυπο του ταξιδιού

ΦΕΡΝΑΝΤΟ ΠΕΣΣΟΑ

Θαλασσινή Ωδή του Αλβαρο ντε Κάμπος

μετ.: Μαρία Παπαδήμα

σχέδια: Πάολο Γκέτσι

εκδ. Νεφέλη

Και σήμερα ακόμα, που οι αποστάσεις εκμηδενίστηκαν, παραμένουν έγκυροι οι στίχοι του Φερνάντο Πεσσόα (1888-1935): «Τώρα τα ταξίδια είναι πάλι ωραία όπως παλιά/ κι ένα πλοίο θα ‘ναι ωραίο πάντα, μόνο και μόνο γιατί είναι πλοίο./ Το ταξίδι είναι πάντα ταξίδι και το μακρινό είναι πάντα στη θέση του-/ στο πουθενά, δόξα σοι ο Θεός!» Η μεγάλη περιπέτεια της ψυχής που αφηγείται η «Θαλασσινή Ωδή» λαμβάνει χώρα στα συγκεκριμένα ιστορικά-πολιτισμικά συμφραζόμενα του 1915. Ο Πορτογάλος, όχι μόνο δεν τα αγνοεί αλλά τα θεωρεί πρόκληση στην οποία αναλαμβάνει να απαντήσει.

Η «Ωδή» ξεκινά «πιανίσιμο», όπως επισημαίνει στο επίμετρο της καλαίσθητης, σημαντικά αναθεωρημένης έκδοσης (πρώτη εκδοχή, με εκτενές εισαγωγικό σημείωμα, τ. 11, «ΠΟΙΗΣΗ», 1998) η έγκριτη μεταφράστρια του Πεσσόα, Μαρία Παπαδήμα. Με εμφανή αφετηρία την αυγή των Νέων Χρόνων καθώς, πρωί καλοκαιριού, ο αφηγητής στέκεται στην είσοδο του λιμανιού κοιτάζοντας «το Ακαθόριστο», ακούμε τον δυτικό άνθρωπο να τρέμει από την προσδοκία της αναμέτρησης με το Αγνωστο, τον εξερευνητή να πάλλεται από συγκίνηση ενόψει της Περιπέτειας: «Α, η Μεγάλη Αποβάθρα απ’ όπου ξεκινήσαμε Πλοία-Εθνη! Η Μεγάλη Πρωθύστερη Αποβάθρα αιώνια και θεία!»

Αν, πάντως, οι Ελληνες είμαστε αγανακτισμένοι, οι Πορτογάλοι είναι, στην εποχή της κρίσης, σαν τον Πεσσόα, μελαγχολικοί. Τον Νοέμβριο του 2010, όταν συμπληρώθηκαν 75 χρόνια από το θάνατό του, Πορτογάλοι καλλιτέχνες, απελπισμένοι από τις περικοπές, διαδήλωναν έξω από το διάσημο art nouveau Brasileira cafe της Λισσαβώνας, όπου βρίσκεται το άγαλμά του. Κι όπως έγραφε τότε ο βρετανικός «Γκάρντιαν», οι διαδηλωτές ανακήρυξαν την Πορτογαλία χώρα «σε καθεστώς καθολικής λύπης». Παρά τη μελαγχολία του, όμως, ο Πεσσόα φορτίζει το διάσημο ποίημα αμέσως μετά το «πιανίσιμο» με ένα «κρεσέντο». Ο Αλβαρο ντε Κάμπος, που υπογράφει τη «Θαλασσινή Ωδή» ως ένας από τους διασημότερους ετερώνυμούς του, τους οποίους επινόησε ο ίδιος ο ποιητής, είναι, κατά τον Πεσσόα, «ο πιο υστερικά υστερικός του εαυτού μου». Οι τόνοι ανεβαίνουν: η «Ωδή» γίνεται ύμνος στην πειρατική βία, στη βία των λευκών ανδρών κατακτητών σε βάρος των γυναικών από τις νέες ηπείρους: «Αντρες που για πρώτη φορά εμπορευτήκατε με μαύρους!/…/Που μεταδώσατε τον πρώτο ευρωπαϊκό σπασμό στις σαστισμένες νέγρες!/…/όλους εσάς αιμοσταγείς, βίαιους, μισητούς, τρομερούς, καθαγιασμένους,/ σας χαιρετώ..!».

Η έκρηξή του εκλύει στη συνέχεια πόθους μαζοχιστικούς. Οπως οφείλει να πράττει η μεγάλη τέχνη, τους εξευμενίζει μέσα από το τελετουργικό της: «Η μανία σας, η σκληρότητά σας, πώς μιλάνε στο αίμα/ ενός γυναικείου σώματος που ήταν δικό μου κάποτε κι επιζεί ακόμη/ ο οίστρος του!» Ελαφρά μόνο κρυμμένος πίσω από τον Ντε Κάμπος, ο Πεσσόα βιώνει νοητά τα πάθη του, επιζητώντας τις θεραπευτικές ιδιότητες τέτοιων βιωμάτων: «Α, βασανίστε με για να με γιατρέψετε!/…/Α! Η αγριότητα τούτης της αγριότητας! Στο διάβολο/ οι ζωές σαν τις δικές μας, που δεν είναι τίποτε απ’ αυτά!»

Κι ύστερα, πάλι «πιανίσιμο», καθώς εξαντλημένη από το παράφορο βίωμα η ποιητική φωνή επιστρέφει στον αιώνιο ποταμό, στην παιδική ηλικία που τροφοδοτεί «μια ανεξήγητη τρυφερότητα,/ μια τύψη δυνατή μέχρι δακρύων,/ για όλα εκείνα -κυρίως τα παιδιά-/ που ονειρεύτηκα να θυσιάζω σαν αρχαίος πειρατής». Δεν θα μπορούσε εύκολα να διαλέξει κανείς το ένα και μοναδικό στοιχείο που δικαιώνει αυτό το αριστούργημα. Είναι, οπωσδήποτε, βαθιά καλοκαιρινό, όπως ίσως όλα τα μεγάλα ποιήματα: Οι κυματιστές αυτές αφηγήσεις σε στίχο διαθέτουν κάτι από την αίσθηση του απέραντου μιας νύχτας του θέρους, όταν η ψυχή, συντροφιά με το κύμα και το στερέωμα, συμφιλιώνεται με τις απόκρυφες συγκινήσεις που κελαρύζουν στα όρια της ύπαρξης. Το ποίημα το δικαιώνει, βέβαια, «σε τελευταία ανάλυση» η ζωή, στο πρόσωπο, π.χ., μιας φωτισμένης δασκάλας στο Δημοτικό Σχολείο του Χορτιάτη· με το «Ω συνεχείς αποδράσεις, αναχωρήσεις, μεθύσι του Διαφορετικού!/ Αιώνια ψυχή των θαλασσοπόρων και των ταξιδιών στη θάλασσα!» διάλεξε να αποχαιρετήσει, στο κατώφλι του πρώτου εφηβικού καλοκαιριού τους, τους τελειόφοιτους μαθητές της.