ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Ο Κύριος Παραβάτης απολογείται

ΚΙΘ ΡΙΤΣΑΡΝΤΣ
Life
μτφρ. Γιάννης Νένες,εκδ. Το Ροδακιό

Το 1973 ο Κιθ Ρίτσαρντς ήταν ο πρώτος από τους δέκα ροκ σταρ που η New Musical Express θεωρούσε πιθανότερο ότι θα πεθάνουν σύντομα από τις καταχρήσεις. «Ηταν το μόνο τσαρτ στο οποίο ήμουν στην πρώτη θέση για δέκα χρόνια στη σειρά», γράφει, στα 69 του πλέον, ο τραγουδοποιός και κιθαρίστας των Ρόλινγκ Στόουνς στην αυτοβιογραφία του. Ο σαρκασμός, άλλωστε, είναι ένα από τα σταθερά, έντονα μυρωδικά της ζωής του, που μόνο για σταθερότητα δεν μπορεί να επικριθεί.

Ολα άλλαξαν στο μεταπολεμικό Ντάρτφορντ, όταν ο Κιθ ανακάλυψε τον Ελβις Πρίσλεϊ και τους μαύρους άρχοντες του μπλουζ. Μαζί με τον γείτονά του, τον Μικ Τζάγκερ, κολλούσαν στο πικάπ, πασχίζοντας να μαντέψουν τα ρεμπέτικα ακόρντα του Μάντι Γουότερς.

Οι Μπιτλς είχαν ήδη κατακτήσει την ηλεκτρική έξαρση και τον ενθουσιασμό μιας νεολαίας, που λαχταρούσε να πετάξει. «Ομως, αντί να εξελίξουν αυτήν τη φοβερή τους δύναμη, παγιδεύτηκαν μέσα στο κλουβί τους», αποφαίνεται ο Ρίτσαρντς. Στους Ρόλινγκ Στόουνς ταίριαζε ένας άλλος δρόμος, που χάραξαν οι ίδιοι με εκρηκτικό ταλέντο, ανυποχώρητη πίστη και ασεβή τόλμη: «Ημασταν φανταχτεροί, κραυγαλέοι, υπερβολικοί και παραβιάζαμε όλους τους κανόνες, γιατί, πιστέψτε με, έτσι έπρεπε να γίνει».

Τον πρώτο χρόνο τριγυρνούσαν «κλέβοντας φαγητό, κάνοντας πρόβες» και αναζητώντας μανιασμένα «τη στοιχειωμένη μονότονη νότα. Η απόλυτη περιφρόνηση σε οποιονδήποτε μουσικό κανόνα έχει υπάρξει. Η απόλυτη περιφρόνηση προς το κοινό, προς όλους».

Τι ειρωνεία! Οταν την ανακάλυψαν και την εκτίναξαν γεμάτη ηλεκτρισμό, τους λάτρεψαν όλοι και άρχισαν να μοιάζουν «με ποπ μπάντα, αυτό δηλαδή που σιχαινόμασταν». Ο Ρίτσαρντς περιφρονεί κάθε έκφραση καθωσπρεπισμού: από τα «βλαχαδερά τα αγόρια του χωριού», κάθε χωριού, που τους ειρωνεύονταν για τα μακριά μαλλιά τους, μέχρι τους αστυνομικούς που, όταν τους συνελάμβαναν, διχάζονταν: «Να μας χώσουν μέσα ή να φωτογραφηθούν μαζί μας σαν να ήμαστε κολλητάρια;».

Βασανιστικές αποτοξινώσεις

Συνήθως δεν τους άφηναν πολλά περιθώρια οι κατηγορίες οπλοφορίας, κατοχής και χρήσης ουσιών που αντιμετώπιζε εκείνος, ο «Πρίγκιπας του Σκότους», ο «Κύριος Παραβάτης», η «Ενσάρκωση της Εξέγερσης», όπως απολαμβάνουν να τον ονομάζουν οι εφημερίδες. Μετά τη δεκαετία του ’70, ο Ρίτσαρντς δεν μπορούσε να ζήσει χωρίς εμπόρους ναρκωτικών και μεγαλοδικηγόρους. Δεν κουράζεται να αραδιάζει άγριες εμπειρίες με σπιντ, τζόιντ, χόρτο, κόκα, LSD, DMT, κιφ, πρέζα, σπίντμπολ, χασίς, βαρβιτουρικά, αμφεταμίνες, σμακ, Τουινάλ, Νεμπουτάλ, Μαντράξ…

Λίγες σελίδες αφιερώνει στις βασανιστικές προσπάθειες να αποτοξινωθεί. «Δεν είναι τόσο εύκολο να ξεμπερδέψεις με την ηρωίνη όσο το κάνω εγώ τώρα να φαίνεται», παραδέχεται. Και προειδοποιεί: «Ούτε να σκεφτείτε να τα δοκιμάσετε».

Η μεταμέλεια, έστω η ευθύνη, δεν κατέχουν ιδιαίτερη θέση στο λεξικό της θυελλώδους ζωής του: Ο ιδρυτής των Ρόλινγκ Στόουνς, Ιαν Στιούαρτ, έπρεπε να απολυθεί μόνο και μόνο επειδή το αποφάσισε η δισκογραφική τους εταιρεία. Ο Μπράιαν Τζόουνς ήταν «αντιπαθητικός, παιδαριώδης, υποχόνδριος, γκρινιάρης» και ο θάνατός του από πνιγμό έμοιαζε σχεδόν αναπότρεπτος. Η δολοφονία ενός αθώου στο Αλταμοντ ήταν κάτι που τα μέλη του συγκροτήματος πληροφορήθηκαν την επομένη της επεισοδιακής συναυλίας. Και, ενώ ο Ρίτσαρντς κατηγορεί τον Τζάγκερ πως, πηγαίνοντας με την τότε σύντροφό του Ανίτα Πάλενμπεργκ, άνοιξε ανάμεσά τους «ένα χάσμα που δεν γεφυρώθηκε ποτέ», στην επόμενη σελίδα κορδώνεται ότι το ίδιο έκανε κι εκείνος με τη Μάριαν Φέιθφουλ.

Σύντομα ο Τζάγκερ παραδόθηκε «στο σύνδρομο κορυφαίου τραγουδιστή» και θέλησε να ελέγχει τα πάντα. «Από μια πλευρά τον βόλευε ότι ήμουν πρεζόνι», τον κατηγορεί ο παλιός του φίλος. Στα δύσκολα, πάντως, ο «ανυπόφορος» Μικ τον πρόσεχε «σαν αδελφός».

Σφήνες απομυθοποίησης

Πλήθος από φυσιογνωμίες του 20ού αιώνα παρελαύνουν στο «Life», συχνά με μια σφήνα απομυθοποίησης: Ο Μάρλον Μπράντο «προσπάθησε να την πέσει» και στην Ανίτα και στον Ρίτσαρντς. Ο Χιου Χέφνερ είναι «νταβατζής με τα όλα του». Ο Τζον Λένον ήταν ευθύς τύπος, αλλά, «παρά την πολυδιαφημισμένη του μαγκιά», δεν άντεχε τα ναρκωτικά όσο ο Κιθ. Ο Ουίλιαμ Μπάροουζ ζούσε στα αντρικά λουτρά του Chelsea Hotel ανάμεσα σε σκοινιά μπουγάδας, από τα οποία κρέμονταν χρησιμοποιημένα προφυλακτικά.

Ταξιδεύοντας μεταξύ Λονδίνου, Ρώμης και Μαρακές, ο Ρίτσαρντς χαιρετούσε «τους Ωνάσηδες και τους Νιάρχους, που άραζαν τα τεράστια σκάφη τους στο Μόντε Κάρλο. Σχεδόν μπορούσες να δεις τα όπλα με τα οποία σημάδευαν ο ένας τον άλλο». Ο ίδιος κοιμόταν συχνά μ’ ένα πιστόλι κάτω από το μαξιλάρι του και μόνον ο επτάχρονος, τότε, γιος του τολμούσε να τον ξυπνήσει.

Ποτισμένη από τον σαρκασμό κάποιου που βαφτίζει το σκύλο του Σύφιλη, αυτή η αυτοβιογραφία είναι η κόλαση της πολιτικής ορθότητας. Αλλά, σε μια εποχή που τα πρωτοσέλιδα ορίζουν πλέον αδίστακτοι τραπεζίτες και τα έργα τέχνης χαρακτηρίζονται γενικώς «εμβληματικά» και «επιδραστικά», ο λαίμαργος για ζωή και μουσική, ανικανοποίητος, επιπόλαιος, εγωιστής και αξιαγάπητος Κιθ Ρίτσαρντς εξηγεί πώς κάποτε αυτός και η παρέα του ενορχήστρωσαν τη νεανική έξαψη. Αντικατέστησαν την αισθηματολογία της μαζικής κουλτούρας με διονυσιασμό και δράμα και επιβίωσαν, τουλάχιστον οι περισσότεροι, για να το αφηγηθούν.

Μεταφρασμένο με καθομιλούμενη φυσικότητα και χρήσιμες σημειώσεις από τον Γιάννη Νένε, το βιβλίο περιέχει περισσότερη αλήθεια και ενθουσιασμό και λιγότερη συγκίνηση. Τουλάχιστον, όχι όπως τη στιγμή που ο Ρίτσαρντς αποχαιρέτισε την ετοιμοθάνατη μητέρα του παίζοντας το πρώτο τραγούδι που έμαθε παιδί. Ο ίδιος δεν μιλάει για το θάνατο. «Αφησα μερικά δόντια μου να πέσουν και ποτέ δεν νοιάστηκα», παινεύεται. Και τώρα; «Ακούω Μότσαρτ και διαβάζω πολλά, πάρα πολλά βιβλία».

Δύσκολο να πιστέψεις κάποιον που επί μισόν αιώνα συμπεριφερόταν στις κιθάρες σαν γυναίκες και στις γυναίκες σαν κιθάρες, ενώ περηφανευόταν ότι οι φίλοι του «πάνε πάντα στις καλύτερες φυλακές του κόσμου». Αλλά, ακόμα και αν συνεχίζει τις καταχρήσεις, «εγώ», μας καθησυχάζει, «ποτέ δεν θεώρησα τον Παράδεισο ιδιαίτερα ενδιαφέρον μέρος για να πάω».