ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Ταξίδι στο κατεχόμενο Παρίσι

Οταν το 1944 ο στρατηγός Ντε Γκωλ μιλούσε με τόνο διθυραμβικό για το «ανυπόταχτο Παρίσι», γνώριζε ότι έλεγε «μισές αλήθειες». Στην πραγματικότητα η πλειονότητα των Παριζιάνων ανέχθηκε τους Γερμανούς κατακτητές. Φιλμ, φωτογραφίες και μαρτυρίες από την εποχή εκείνη μάς μεταφέρουν την εικόνα μιας πόλης που η καθημερινότητα των κατοίκων της σπάνια διαταράσσεται από αντιστασιακές ενέργειες. Δύο βιβλία, που κυκλοφόρησαν πρόσφατα από τις εκδόσεις «Πόλις», μας βοηθούν να κατανοήσουμε καλύτερα την ατμόσφαιρα που επικρατούσε στην κατεχόμενη πρωτεύουσα.

Μιλάμε για το μυθιστόρημα του Αλέν Μπλοτιέρ «Τόμι», που βασίζεται στη ζωή και τον ηρωικό θάνατο του αντιστασιακού Τομά Ελέκ (Εβραίου ουγγρικής καταγωγής), και το προσωπικό ημερολόγιο της Γαλλοεβραίας Ελέν Μπερ, «Ημερολόγιο 1942-1944», που εκδόθηκε εξήντα χρόνια μετά τον αφανισμό της στο στρατόπεδο συγκέντρωσης του Μπέργκερ-Μπέλσεν.

Ο Μπλοτιέρ, αν και προτιμά τη μυθιστορηματική φόρμα, εντούτοις αποφεύγει τις αυθαιρεσίες της μυθοπλασίας και είναι ιδιαίτερα ακριβής όταν αναφέρεται στα ιστορικά γεγονότα. Ο Τόμι δεν είναι άλλος από τον δεκαοκτάχρονο Τομά Ελέκ, μέλος της οργάνωσης FTP-MOI που συγκροτήθηκε κυρίως από ξένους που κατοικούσαν στο Παρίσι (Ούγγρους, Πωλονοεβραίους, Ιταλούς και Ισπανούς). Η δράση του ξεκινά το 1942, όταν μαζί με τον αδελφό του ανατινάζει ένα βιβλιοπωλείο. Ακολουθούν επιθέσεις σε καφέ, ξενοδοχεία και εστιατόρια όπου συχνάζουν Γερμανοί αξιωματικοί, πριν αρχίσει με την ομάδα του τους εκτροχιασμούς τρένων.

Ο συγγραφέας, με αφορμή το γύρισμα μιας ταινίας για τον Τομά και την αναζήτηση του κατάλληλου ηθοποιού που θα τον ενσαρκώσει, καταγράφει όλα τα σημαντικά σαμποτάζ της οργάνωσης, καθώς και τους συμμετέχοντες σε αυτά, σχηματίζοντας μια «πινακοθήκη» από πορτρέτα ξένων -ως επί το πλείστον- αντιστασιακών, οι περισσότεροι των οποίων εκτελέστηκαν ή σκοτώθηκαν κατά τη διάρκεια του πολέμου.

Οι πολιτικοί πρόσφυγες

Παράλληλα με τη δράση του ήρωά του, ο Μπλοτιέρ ζωντανεύει τον κόσμο των πολιτικών προσφύγων που βρήκαν καταφύγιο στη Γαλλία του «Λαϊκού Μετώπου» και αισθάνθηκαν μετά τη συνθηκολόγηση προδομένοι, αποκλεισμένοι, δυο φορές ξένοι. Ιδιαίτερα οι εβραϊκής καταγωγής, που μπήκαν από τις πρώτες ημέρες της Κατοχής στο στόχαστρο των ναζί. Αυτός ο οδυνηρός διαχωρισμός, προϊόν του άκρατου αντισημιτισμού, βρίσκει στο ημερολόγιο που κρατά η εικοσάχρονη φοιτήτρια της Σορβόννης Ελέν Μπερ τη σπαρακτικότερη αποτύπωσή του.

Η Ελέν Μπερ όμως δεν είναι μια φτωχή ξένη, είναι αστή Γαλλίδα, μορφωμένη, εύπορη, κόρη γνωστού επιχειρηματία. Στην αρχή, όπως διαβάζουμε στο σημειωματάριό της, δεν αισθάνεται τον κίνδυνο που διατρέχει. Εξάλλου οι συμφοιτητές της είναι κατηγορηματικοί. «Τι θα γίνει, τι θα απογίνουμε αν κερδίσουν οι Γερμανοί;», τους ρωτά. «Μπα, τίποτα δεν θα αλλάξει», της απαντούν εκείνοι καθησυχαστικά.

Οι δοκιμασίες της αρχίζουν ουσιαστικά τον Ιούνιο του 1942, όταν υποχρεώνεται όπως όλοι οι Εβραίοι να φορέσει το κίτρινο άστρο. Οταν η γαλλική αστυνομία προχωρεί στη σύλληψη 12.000 Παριζιάνων εβραϊκού θρησκεύματος, η Ελέν φαίνεται να συνειδητοποιεί το μέγεθος της τραγωδίας, όμως αυτό που την τρομάζει δεν είναι η βαρβαρότητα των διώξεων, αλλά η απάθεια των συμπατριωτών της.

Αδιαφορία, απάθεια

Ο κόσμος εξακολουθεί τις βόλτες του στα Ηλύσια Πεδία, στη λεωφόρο Μαρσό, στο μπουλβάρ Σεν Μισέλ, αδιάφορος και ασυγκίνητος. «Ελάχιστες είναι οι γενναιόδωρες κι ευγενικές ψυχές που αντιλαμβάνονται την ουσία του ζητήματος», σημειώνει με απόγνωση. Και λίγες ημέρες πριν συλληφθεί, γράφει με οργή: «Κάποιοι καταδίδουν τους γείτονές τους και μετά λεηλατούν τα διαμερίσματα όσων συλλαμβάνονται».

Στις τελευταίες σελίδες του ημερολογίου είναι διάχυτη η αίσθηση πως η ζωή στο Παρίσι, κάθε ημέρα, έχει όλο και μικρότερη αξία και γι’ αυτό δεν είναι υπεύθυνη μόνο η Γκεστάπο, μα και «το τρομακτικό πάθος της γερμανοφιλίας», όπως καταγγέλλει η θαρραλέα Μπερ.