ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Το καλοκαίρι έρχεται στο Σάλτσμπουργκ

Στο τέλος του φθινοπώρου, μόλις ανακοινώνεται η άφιξη του νέου beaujolais, το χαίρονται αμέσως οι Γάλλοι οινόφιλοι. Οταν όμως, όπως πριν από λίγες μέρες, ανακοινώνεται το νέο πρόγραμμα του θερινού φεστιβάλ του Σάλτσμπουργκ, οι συζητήσεις μεταξύ των πιστών του δίνουν και παίρνουν, μέχρι να ληφθούν οι οριστικές αποφάσεις στους κόλπους κάθε παρέας για το ποιες παραστάσεις θα επιλεγούν, να σταλούν οι αιτήσεις για τα εισιτήρια μέχρι τις αρχές Ιανουαρίου, να έρθουν οι, καταφατικές ή μη, απαντήσεις της διοίκησης στο τέλος Φεβρουαρίου και να κρατηθούν αμέσως τα δωμάτια των ξενοδοχείων, ώστε οι ανά τον κόσμο εραστές του φεστιβάλ να μπορέσουν να το απολαύσουν έξι μήνες αργότερα. Οι καθυστερημένοι θα πληρώσουν, αν έχουν τύχη, τα εισιτήρια στις φουσκωμένες τιμές των πρακτορείων και θα ψάχνουν απελπισμένοι δωμάτια στα ξενοδοχεία.

Στο Σάλτσμπουργκ, βέβαια, πραγματοποιούνται δύο ακόμα σημαντικά φεστιβάλ: το φεστιβάλ του Πάσχα, δημιούργημα του Κάραγιαν, με πιστό, αρκετά ελιτίστικο κοινό και με σημερινό καλλιτεχνικό διευθυντή τον διάσημο μαέστρο Κρίστιαν Τίλεμαν· και το φεστιβάλ της Πεντηκοστής, που διευθύνει η Τσετσίλια Μπάρτολι, δίνοντας βάρος στην προκλασική μουσική. Και τα δύο όμως, μολονότι εξαιρετικά ποιοτικά, δεν συγκρίνονται σε διάρκεια και ποικιλία προγράμματος με το θερινό φεστιβάλ.

Η έλξη που προκαλεί το σχεδόν εκατοντάχρονο και αναμφισβήτητα σημαντικότερο μουσικό φεστιβάλ της Ευρώπης στους ανά την υφήλιο λάτρεις της μουσικής, είναι μοναδική. Το ίδιο το Σάλτσμπουργκ, μια από τις γοητευτικότερες ιστορικές πόλεις του κόσμου, συμβάλλει σε αυτό, γιατί έχει μάθει να υποδέχεται τους φιλοξενούμενούς του σωστά και γιορτινά, όπως το υποδηλώνει και η λέξη φεστιβάλ. Ολες οι υποδομές του, αλλά και το αναπόφευκτο σχετικό lifestyle, έχουν από χρόνια προσαρμοσθεί στις ανάγκες και τις απαιτήσεις του μεγάλου ενιαύσιου γεγονότος.

Το αυστηρά πεζοδρομημένο ιστορικό κέντρο εξυπηρετείται από αόρατο τεράστιο γκαράζ, σκαμμένο μέσα στον λόφο του κάστρου και με απ’ ευθείας πρόσβαση στις αίθουσες των συναυλιών. Οταν κλείνει κανείς τραπέζι, τα διάφορα εστιατόρια γνωρίζουν με το λεπτό πότε τελειώνει κάθε παράσταση –και είναι πολύ περισσότερες από μία κάθε βράδυ– ενώ τα διάφορα πιάτα τους συχνά βαφτίζονται με τα ονόματα των μεγάλων καλλιτεχνών της σαιζόν. Ακόμα και η τοπική Ζara πουλάει σμόκιν στους μη κατέχοντες που επιθυμούν οπωσδήποτε να το φορέσουν.

Ολα αυτά βέβαια δεν θα υπήρχαν χωρίς το φεστιβάλ, του οποίου οι διαφορετικές παραστάσεις μπορεί να φθάσουν και τις πέντε την ημέρα. Φέτος, ο πολυμήχανος και αντισυμβατικός καλλιτεχνικός διευθυντής του, Αλεξάντερ Περέιρα (Βιεννέζος παρά το όνομά του, πρώην διευθυντής της Οπερας της Ζυρίχης), με τη σωστή και όχι πάντα εύκολη πολιτική ισορροπίας διαχείρισης κρατικών κονδυλίων και προσφορών μεγάλων αλλά και μικρών χορηγών, φρόντισε να ικανοποιήσει και τα πιο απαιτητικά γούστα. Εδώ πρέπει να σημειώσουμε ότι οι μεγάλοι χορηγοί με ουσιαστικό λόγο, όπως και οι μικρότεροι, έχουν απόλυτη προτεραιότητα κατά την κατανομή των εισιτηρίων. Ακολουθούν «οι φίλοι», που με μια σχετικά μικρή ετήσια συνδρομή έχουν απλώς σχετική προτεραιότητα, λαμβάνουν όμως δωρεάν τα εξαιρετικά πλούσια σε ύλη περιοδικά που εκδίδει το Φεστιβάλ, έχοντας την ικανοποίηση της αίσθησης ότι ανήκουν στην εκλεκτή οικογένεια. Ραφιναρισμένη, επιτυχής πολιτική.

«Πνευματική Εισαγωγή» με Ορθοδοξία

Δεν νοείται Σάλτσμπουργκ χωρίς Μότσαρτ. Μια νέα παραγωγή του Cosi fan tutte και του νεανικού του έργου Lucio Silla περιμένουν το κοινό. Η σκηνοθεσία του τελευταίου ανακοινώνεται ως παραδοσιακή. Αραγε, μήπως είναι ένα δείγμα κάποιας απελευθέρωσης από την, για πολλούς, τυραννία του Regie Theater, του θεάτρου των σκηνοθετών;

Οι εποχές που το κοινό έτρεχε για τις πριμαντόνες πέρασαν, ακολούθησαν εκείνες που πόλος έλξης ήταν σχεδόν αποκλειστικά οι μαέστροι και, τέλος, εδώ και μερικά χρόνια, ζούμε την εποχή της παντοδυναμίας του σκηνοθέτη. Η ευρηματικότητα όμως των σκηνοθετών πάνω στα κλασικά έργα έφθασε συχνά την υπερβολή προς χάριν του εντυπωσιασμού, με αποτέλεσμα το κοινό να αρχίζει να κουράζεται, να αντιδρά και να φθάνει να μιλάει για σπίλωση των κλασικών έργων.

Τα προβλήματα όμως αυτά δεν απασχολούν τη συμφωνική μουσική, της οποίας οι εραστές δεν θα μείνουν φέτος καθόλου παραπονεμένοι. Οσοι μάλιστα αγαπούν τον Μάλερ, θα μπορέσουν να ακούσουν και τις εννέα συμφωνίες του.

Διάσημα ονόματα

Η Φιλαρμονική της Βιέννης, η Φιλαρμονική του Βερολίνου, η Ακαδημία της Αγίας Καικιλίας της Ρώμης και άλλα ξακουστά μουσικά σύνολα θα είναι παρόντα για την απόλαυση ενός εξαιρετικά πλούσιου κλασικού και σύγχρονου ρεπερτορίου, υπό τη διεύθυνση των Ντάνιελ Μπαρενμπόιμ, Ρικάρντο Σαγί, Τζον Ελιοτ Γκάρντινερ, Σαρλ Ντιτουά, Νικόλαους Χαρνορνκούρτ, Λόριν Μάαζελ, Φίλιπ Τζόρνταν, Ζούμπιν Μέτα, Ρικάρντο Μούτι, Αντόνιο Παπάνο, Σάιμον Ρατλ, Κρίστιαν Τίλεμαν και άλλων, μεταξύ των οποίων ο, νεαρός ακόμα, Γκουστάβο Ντινταμέλ με τη συγκινητική και λόγω σύνθεσής της (El Systema – τα παιδιά των δρόμων) ορχήστρα Simon Bolivar που χαρήκαμε πριν από δύο χρόνια στο Φεστιβάλ Αθηνών.

Οι θεατρικές επίσης παραστάσεις, που απευθύνονται κυρίως στο γερμανόφωνο κοινό, λόγω του υψηλού τους επιπέδου, στελεχωμένες από διάσημους ηθοποιούς, έχουν φυσικά και αυτές τους ένθερμους πιστούς τους.

Το 2013, ο Αλεξάντερ Περέιρα, για δεύτερη χρονιά, ανοίγει το φεστιβάλ με μια «Πνευματική Εισαγωγή» (ouverture spirituelle), δηλαδή μια σειρά συναυλιών, μεγάλου ενδιαφέροντος, στις οποίες επιχειρείται σύζευξη της μουσικής παράδοσης διαφόρων θρησκειών και δογμάτων. Το τελευταίο καλοκαίρι η σειρά αυτή ήταν αφιερωμένη στον ιουδαϊσμό, ενώ το επόμενο στη βουδιστική παράδοση και τη σύγχρονη καλλιέργειά της, με έντονη την ιαπωνική παρουσία. Το 2015 η «Πνευματική Εισαγωγή» θα είναι αφιερωμένη στην Ορθοδοξία. Ελπίζω και εύχομαι ότι, παρά τις σημερινές μας δυσκολίες, ίσως καταφέρουμε να μην περιοριστούμε στον ρόλο του ακροατή.

Και Βάγκνερ και Βέρντι

Το 2013, με την ευκαιρία της συμπλήρωσης 200 ετών από τη γέννηση του Βάγκνερ και του Βέρντι, για πρώτη φορά ύστερα από πολλές δεκαετίες, κατά παρέκκλιση της σιωπηρής συμφωνίας με το Μπαϊρόιτ, για την αποφυγή ανταγωνισμού μεταξύ των δύο φεστιβάλ, που λαμβάνουν χώρα την ίδια περίοδο, ο Βάγκνερ θα είναι παρών με τους «Αρχιτραγουδιστές της Νυρεμβέργης» και τον αρκετά σπανίως παιζόμενο Ριέντσι. Τον «Φάλσταφ» του Βέρντι θα διευθύνει ο Ζούμπιν Μέτα, τον «Ναμπούκο» ο Ρικάρντο Μούτι και τον «Δον Κάρλο» ο Αντόνιο Παπάνο, με πρωταγωνιστές μεγάλους σταρ όπως ο Γιόνας Κάουφμαν, ο Μάτι Σάλμινεν, ο Τόμας Χάμπσον και η μισοδική μας εξαιρετική Anja Harteros (καθ’ ημάς Σταυρούλα Χαρτερού). Στην «Giovanna d’ Arco» ασφαλώς θα λάμψει η Αννα Νετρέμπκο, στο πλάι του Πλάθιντο Ντομίνγκο. Με ιδιαίτερο ενδιαφέρον περιμένει να δει το κοινό την Τσετσίλια Μπάρτολι που μολονότι, βασικά, μεσόφωνος, θα τραγουδήσει τη Νόρμα, έπειτα από μακρόχρονη προετοιμασία.

Οι όπερες του εικοστού αιώνα θα εκπροσωπηθούν από τη «Ζαν ντ’ Αρκ» του Braunfels και τον μυστηριακό «Gawain» του διαδόχου του Μπέντζαμιν Μπρίτεν, Χάρισον Μπερτγουίστλ.