ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Ο πρώτος αιώνας της σύγχρονης Αθήνας

«Στη μέση του δρόμου που περνούσαμε, ορθωνόταν μια χουρμαδιά, τόσο ψηλή, που δεν έχω ξαναδεί. Ενας μικρός φράχτης από κούτσουρα γυρόφερνε τον κορμό της, αλλιώς θα την είχαν καταστρέψει οι Ελληνες, που όρθιοι στα παλιά τους αμάξια την προσπερνούσαν τρέχοντας, λες κι ήταν σε ιπποδρομίες. Απ’ όλα τριγύρω μας, η χουρμαδιά αυτή τράβηξε περισσότερο την προσοχή μας. Οι Ελληνες ας θυμούνται πάντα πως η χώρα τους είναι αυτή που γεφυρώνει την Ευρώπη με την Ανατολή και χρέος τους είναι να κρατούν κάθε ανατολίτικο στολίδι. Κάτι τέτοιο είναι κι αυτή η χουρμαδιά», έγραφε ο Χανς Κρίστιαν Αντερσεν στις εντυπώσεις του από το ταξίδι στην Ελλάδα.

Η χουρμαδιά της οδού Ερμού, που τόσο εντυπωσίασε τον Δανό παραμυθά, ξεριζώθηκε δυστυχώς το 1857, η ιστορία της όμως ζωντανεύει στο εξαιρετικό βιβλίο «Αθήνα. Ιχνηλατώντας την πόλη με οδηγό την ιστορία και τη λογοτεχνία», των Θανάση Γιοχάλα και Τόνιας Κεφετζάκη, που κυκλοφόρησε πριν από λίγο διάστημα από τις εκδόσεις της Εστίας.

Επτά χρόνια εκτεταμένης έρευνας σε αρχεία, παλαιούς και νεότερους οδηγούς της πόλης, μελέτες αθηναιογράφων, μονογραφίες μνημείων και κτιρίων, εργασίες για συνοικίες, αυτοβιογραφικά, περιηγητικά, λογοτεχνικά και δημοσιογραφικά κείμενα χρειάστηκαν οι δύο καθηγητές μέσης εκπαίδευσης για να συγκεντρώσουν σε 695 σελίδες ένα γοητευτικό υλικό για την Αθήνα. Μια συναρπαστική περιήγηση στην πόλη, με ιστορικές αναφορές σε μνημεία, χώρους, δρόμους και κτίρια που αναβιώνουν την ατμόσφαιρα του 19ου και του πρώτου μισού του 20ού αιώνα. Σήμερα, που η Αθήνα και ειδικά το κέντρο της δοκιμάζονται από την κρίση, το βιβλίο αυτό μπορεί να ενισχύσει σημαντικά την προσπάθεια επανάκτησης της σχέσης οικειότητας των κατοίκων με την πόλη τους.

Το βιβλίο χωρίζεται σε έντεκα κεφάλαια και σε αντίστοιχες περιοχές: παλαιά πόλη, Ακρόπολη και γύρω λόφοι, εμπορικό κέντρο, οδός Ακαδημίας έως Αλεξάνδρας, από την Πειραιώς έως τον Ελαιώνα, πλατεία Συντάγματος, πλατεία Ομονοίας, από τα Χαυτεία ώς τα Πατήσια. Η αφήγηση έχει τη μορφή λημμάτων.

«Η αρχική μας σκέψη ήταν να ασχοληθούμε με το ιστορικό κέντρο», μας πληροφορεί ο Θανάσης Γιοχάλας. «Τελικά, όμως, το υλικό ήταν πολύ μεγάλο κι έτσι επεκταθήκαμε. Μάλιστα, στο τέλος του βιβλίου υπάρχει παράρτημα με επιπλέον στοιχεία για ζητήματα σχετικά με την εξέλιξη της Αθήνας, όπως η ύδρευση, ο φωτισμός, η οδοποιία, οι συγκοινωνίες. Για όποιον θέλει να γνωρίσει την πόλη μέσα από ιστορίες για τις πλατείες, τα κτίρια, τους δρόμους, τα μουσεία, τις γειτονιές της, είναι ένα επαρκές και ωφέλιμο βιβλίο. Δεν προσπαθεί να εντυπωσιάσει ούτε να επιδείξει γνώσεις. Επίσης, δεν απαιτεί διάβασμα απνευστί. Επιστρέφεις σ’ αυτό ξανά και ξανά».

Εξαιρετική ιδέα είναι και το πάντρεμα με τη λογοτεχνία. «Εμπλουτίζει τον περίπατο. Δίνει ατμόσφαιρα και άρωμα. Ενα παράθεμα πολλές φορές έχει πολύ πιο ενδιαφέρον από την ιστορική αφήγηση. Λέει περισσότερα και τα λέει με έναν τρόπο γοητευτικό», συμπληρώνει η Τόνια Καφετζάκη.

Η γεύση που άφησε στους δύο συγγραφείς η κατάδυσή τους στην ιστορία της Αθήνας είναι ενδεικτική και της τεράστιας αλλαγής που έχει υποστεί η πόλη. «Η Αθήνα σε όλη τη διαδρομή της βίωνε αντιφάσεις. Στην οθωνική περίοδο προσπαθεί να γίνει η πρωτεύουσα του κράτους και προς τα τέλη του 19ου μια ευρωπαϊκή πρωτεύουσα. Στις αρχές του 20ού θέλει να εκσυγχρονιστεί αλλά υπάρχουν κι αυτά που την τραβάνε πίσω. Στον Μεσοπόλεμο προσπαθεί να διαχειριστεί την πρώτη της μεγάλη μεγέθυνση με τους πρόσφυγες και τις νέες γειτονιές. Ερχεται ο πόλεμος και αλλάζει πια δραματικά», σημειώνει η Τ. Καφετζάκη.

«Αν δεν είχαν μεσολαβήσει οι πρακτικές της αντιπαροχής και της κατεδάφισης, το ιστορικό κέντρο θα ήταν από τα ομορφότερα της Ευρώπης. Δυστυχώς, δεν προστατεύθηκε από κανέναν. Και σήμερα μιλάμε για τα απομεινάρια αυτής της πόλης. Για κάποια ίχνη· γι’ αυτό και μέσα απ’ αυτήν την έκδοση νιώθουμε ιχνηλάτες».

Τρώει ή δεν τρώει ο Βασιλεύς κρεμμύδια;

«Δύο καλοί φίλοι έπιναν ένα βράδυ εις το ζυθοπωλείον, όταν άξαφνα μία τρομερά φιλονεικία εγεννήθη μεταξύ των.

– Ο Βασιλεύς τρώγει κρεμμύδια.

– Κρεμμύδια;… Ο Βασιλεύς;… Δεν είσαι καλά.

Η φιλονεικία κατέληξεν εις συμπλοκήν. Οι δύο άνθρωποι, εξελθόντες από το ζυθοπωλείον, εκτυπήθησαν, εκυλίσθησαν εις το χώμα, και λασπωμένοι και αιμόφυρτοι ωδηγήθησαν προ του διευθυντού της αστυνομίας. Ο Μπαϊρακτάρης βλέπων την κατάστασίν των, δεν τους υπεδέχθη με τα συνήθη ραπίσματα, και ηθέλησε να μάθη πρώτον την αιτίαν της συμπλοκής. Οι δύο αντίπαλοι, διακοπτόμενοι από τους πόνους του γρονθοκοπήματος, διηγήθησαν την φιλονεικίαν των. Ο διευθυντής της αστυνομίας τους απέλυσε, λέγων.

– Θα μάθω πρώτα αν τρώη ή αν δεν τρώη ο Βασιλεύς κρεμμύδια, για να ιδώ ποιον από τους δύο σας πρέπει να δείρω. Τώρα πηγαίνετε».

Γ. Β. ΤΣΟΚΟΠΟΥΛΟΣ

«Η ζωή εις τα Ανάκτορα Αθηνών»

Ο Μπαϊρακτάρης ήταν ο πρώτος που στην Αθήνα της εποχής χρησιμοποίησε νερό για τη διάλυση συγκεντρώσεων. Το 1890 αντιμετώπισε μ’ αυτόν τον τρόπο συγκέντρωση οπαδών του Δημητρίου Ράλλη.

«Λωποδυτικό συνέδριο» για τους Αγώνες

Χαρακτηριστικό για το περίφημο φιλότιμο του Ελληνα, που συχνά λειτουργεί με παράδοξο τρόπο, είναι το παρακάτω απόσπασμα από το λήμμα για τους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1896.

«Ας μνημονευτεί ακόμη ότι, καθώς ήταν βέβαιο ότι με την αφορμή των Ολυμπιακών στην Αθήνα θα έσπευδαν και ξένοι μικροκακοποιοί, κυρίως Τούρκοι και Αιγύπτιοι, θεωρώντας τη συγκυρία πρόσφορη για… δράση, ο διευθυντής της αστυνομίας κάλεσε τους Ελληνες “λωποδύτες” και τους ζήτησε, ξυπνώντας τον πατριωτισμό και τον “εγωισμό” τους, να μην επιτρέψουν στους ξένους “συναδέλφους” τους να αλώσουν την πόλη. Οργανώθηκε μάλιστα και “λωποδυτικό συνέδριο” στην Πνύκα, στο οποίο καταστρώθηκε το σχέδιο δράσης. Πράγματι στη διάρκεια των Αγώνων δεν παρατηρήθηκε τίποτα το αξιόποινο. Φαίνεται λοιπόν ότι οι “λωποδύτες” τήρησαν πιστά τον λόγο τους ότι θα προστάτευαν από τους ξένους κακοποιούς την πόλη τους. Η παράδοξη αυτή κατάσταση διατηρήθηκε σε όλη τη διάρκεια των Αγώνων. Στη συνέχεια επέστρεψαν όλοι στους συνήθεις ρόλους τους.

Αλλη πηγή άγχους για τις ξένες αποστολές ήταν τα αδέσποτα σκυλιά της Αττικής. Αμερικανός μάλιστα πρότεινε στους αθλητές να έχουν μαζί τους μεγάλες πέτρες για να διώχνουν τα σκυλιά στη διάρκεια του Μαραθωνίου».

οδήλατα, ταξί και λεωφορεία

Ενδιαφέρουσες αλλά και αποκαλυπτικές είναι οι πληροφορίες για τις συγκοινωνίες στο Παράρτημα, που βρίσκεται στο τέλος του βιβλίου.

– Το πρώτο ποδήλατο (με άνισες ρόδες) εμφανίστηκε στην Αθήνα το 1869 προκαλώντας δέος.

– Το 1898 εμφανίστηκε το πρώτο βενζινοκίνητο αυτοκίνητο στην Αθήνα. Το είχε φέρει ο ομογενής από τη Ρωσία Κ. Κοντογιαννάκης. Μετακινούνταν μ’ αυτό από την οικία του κοντά στο Οφθαλμιατρείο, επί της Πανεπιστημίου, στο ζαχαροπλαστείο «του Γιαννάκη» επίσης στην αρχή της Πανεπιστημίου!

– Το 1925 εμφανίστηκε στην Αθήνα το πρώτο ταξί.

– Η ατμήλατη σιδηροδρομική γραμμή Αθηνών – Πειραιώς κατασκευάστηκε την περίοδο 1867 – 1869. Το 1895 επεκτάθηκε υπόγεια έως την Ομόνοια και το 1904 η γραμμή έγινε ηλεκτροκίνητη.

– Το πρώτο αυτοκινούμενο λεωφορείο εμφανίστηκε το 1886, ήταν ατμήλατο, δεκατεσσάρων θέσεων, με μεταλλικούς τροχούς, και φιλοδοξούσε να καλύψει τη διαδρομή Αθήνα-Θήβα και Λιβαδειά. Συνάντησε όμως τη σθεναρή αντίδραση Θηβαίων αμαξάδων, πεταλωτών και άλλων επαγγελματιών, οι οποίοι στο δεύτερο δρομολόγιο το σταμάτησαν απαιτώντας από τον οδηγό να επιστρέψει στην Αθήνα. Συνεχίζοντας εκείνος για τη Λιβαδειά, βρήκε στον δρόμο ογκόλιθους που είχαν οι Θηβαίοι τοποθετήσει, και ανατράπηκε.