ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Μια λυτρωτική βουτιά προς την ανυπαρξία

ΓΙΟΖΕΦ ΡΟΤ

Ο Λεβιάθαν

μετ. Πελαγία Τσινάρη

εκδ. Ροές – σελ. 116

Εργο μικρότερο σε έκταση και από νουβέλα –88 σελίδες μικρού σχήματος στη σειρά microMEGA των εκδόσεων Ροές–, γραμμένο σε μια πρόζα ποιητική, αισθαντική και μουσική που ευτύχησε στην ελληνική της απόδοση από την Πελαγία Τσινάρη, ο «Λεβιάθαν» του Γιόζεφ Ροτ διαβάζεται σαν παραβολή ή παραμύθι, αλλά ο ορίζοντάς του είναι μυθιστορηματικός: μολονότι επικεντρώνεται στη μοίρα ενός και μόνου ήρωα, του Εβραίου εμπόρου κοραλλιών Νίσεν Πιτσένικ, ο οποίος, καθηλωμένος σε μια μικρή, περίκλειστη πολίχνη της Γαλικίας, ονειρεύεται τον απέραντο ωκεανό, η αφήγηση ανοίγεται στα μεγάλα θέματα που ζωντανεύουν τα πιο αδρά επεισόδια του αξεπέραστου «Εμβατήριου Ραντέτσκι» – και αυτά δεν είναι άλλα από την αγωνία της καρδιάς και την αναστάτωση του νου όταν τα καινά δαιμόνια της αλλαγής φτερουγίζουν πάνω από τον παλιό κόσμο σαρώνοντας αντιλήψεις, συνήθειες και παραδόσεις χιλιετιών.

Ο Πιτσένικ θαυμάζει κι αγαπά τα κοράλλια του, τα εμπορεύεται με σύνεση, αποταμιεύει τα κέρδη του, ζει μιαν ήσυχη ζωή δίπλα σε μια γυναίκα που ούτε αγαπά ούτε μισεί, απολαμβάνει τον σεβασμό των συντοπιτών του, αλλά η καρδιά του φλέγεται από τον πόθο του υδάτινου στοιχείου, εκεί που υπό την προστασία του Λεβιάθαν, του βιβλικού τέρατος που επαγρυπνεί κουλουριασμένο στον πυθμένα όλων των υδάτων, ανθίζουν τα πορφυρά λουλούδια του βυθού. Μα τα κοράλλια, σύμφωνα με τον Πιτσένικ, δεν είναι άψυχα, μα πλάσματα ζωντανά, που υποδύονται τα δέντρα ή τα φυτά «από μια σοφή ταπεινοφροσύνη», για αυτοπροστασία από τους ισχυρούς των θαλασσών (άραγε υπαινικτική μεταφορά για τους αφομοιωμένους Εβραίους, όπως ο ίδιος ο Ροτ;).

Η συνάντηση του εμπόρου κοραλλιών με έναν νεαρό ναύτη πυρπολεί τη φαντασία του· ταξιδεύει στην Οδησσό κι εκεί, μπροστά στη θάλασσα, σαν να ξαναγεννιέται, «ωκεάνιος». Κι όταν επιστρέφει, δύσθυμος, στη γενέτειρά του, δεν είναι σε θέση να συνεχίσει την παλιά του ζωή. Ο συμβατικός του γάμος θα διαλυθεί και ο ίδιος θα παρασυρθεί από τις σύγχρονες εμπορικές τεχνικές ενός νεοεμφανισθέντος ανταγωνιστή του που πουλάει, πολύ φθηνότερα, τεχνητά κοράλλια· κι ύστερα, έντρομος μπροστά στη γύμνια των αισθημάτων του (η γυναίκα του θα πεθάνει, «γιατί η ζωή της δεν είχε εξαρτηθεί από τη ζωή κανενός άλλου ανθρώπου πάνω σ’ αυτόν τον κόσμο») και την προδοσία της αυθεντικότητας υπέρ μιας κίβδηλης ομορφιάς αφού τόλμησε να νοθεύσει τα γνήσια κοράλλια του με τεχνητά, θα ενδώσει στο αλκοόλ, θα εξαχρειωθεί. Εχει έρθει πια ο καιρός να βάλει πλώρη για το ύστατο ταξίδι.

Το κράτος Λεβιάθαν

Πώς θα μπορούσε να γίνει διαφορετικά; Ηδη ο Λεβιάθαν, όχι το τέρας των βυθών, αλλά η κρατική οντότητα που σχηματίστηκε, σύμφωνα με τον Χομπς, σαν ανάχωμα στη βαρβαρότητα, έχει αρχίσει να εγκολπώνεται αυτήν ακριβώς τη βαρβαρότητα, αναγορεύοντάς την σε υπέρτατη αξία και αρχή· κι αν ο ήρωας του Ροτ αποχαιρετά οριστικά την πατρίδα του και τον κόσμο βάζοντας φωτιά στα ψεύτικα κοράλλια του ανταγωνιστή του και «κοιτάζοντάς τα να καίγονται αναδίδοντας γαλαζωπές φλόγες και μπόχα», ο ίδιος ο συγγραφέας γυρίζει την πλάτη στη δική του πατρίδα όταν οι καπνοί από τις ναζιστικές πυρές σκοτεινιάζουν τον ουρανό της και την πνίγουν στην αποφορά τους. Δεν θα αργήσει να ακολουθήσει τον ήρωά του στη βουτιά προς την ανυπαρξία.