ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Μνήμες από το κυριακάτικο τραπέζι

Η γιαγιά από την Πρίγκηπο δεν ήταν μόνο αρχοντική αλλά και δεσποτική. Αλίμονο αν έχανες το καθιερωμένο κυριακάτικο τραπέζι. Κι όταν η αγαπημένη θεία έπεσε στο παράπτωμα για τέταρτη φορά, πλήρωσε τις συνέπειες. Αποκλείστηκε δυόμισι χρόνια απ’ αυτές τις οικογενειακές συναντήσεις. Η απαγόρευση άρμοζε στην αυταρχική γιαγιά. «Μια γιαγιά που δεν χαμογελούσε ποτέ», θυμόταν η εγγονή της. Και ποιος το περίμενε, η ιστορία της θα αποτελέσει μέρος της παράστασης που θα ανεβάσει την ερχόμενη σεζόν στο θέατρο «Victoria» ο Δημήτρη Κομνηνός.

Κυριακή μεσημέρι στο θέατρο της οδού Μαγνησίας 5, περίπου είκοσι άτομα από 19 έως 70 ετών έχουν έτοιμη τη δική τους ανάμνηση από το κυριακάτικο τραπέζι. Αυτός άλλωστε είναι ο τίτλος του project -ιδέα του εικαστικού Γιώργου Λυντζέρη- που τους έφερε ώς εκεί. Κάποιοι διστάζουν, άλλοι προτιμούν ερωτήσεις, άλλοι είναι σύντομοι, όμως όλοι τους θέλουν να τα πουν. Από τον εικοσάρη που θυμάται αχνά μια επεισοδιακή κυριακάτικη συγκέντρωση στον Πειραιά, τη στολή του Πίτερ Παν και τη δαγκωνιά στο πόδι του θείου, μέχρι την κοπέλα, που για εκείνη το τραπέζι της εβδομαδιαίας αργίας ήταν ταυτισμένο με το ρολόι. Η μητέρα χρησιμοποιούσε ως δέλεαρ το ξυπνητήρι και η μικρή, ακόμη και σήμερα που μεγάλωσε, ταύτισε την μπουκιά με το ντριν.

Στο πρώτο κάλεσμα του θεάτρου (ακολουθεί στις 31 του μηνός στις 2 το μεσημέρι ένα ακόμη), έμοιαζαν να συμφωνούν κι ας τους χώριζαν πολλά. Το φαγητό αυτής της ημέρας «είναι κάτι σαν αξία», ακόμη κι αν είναι υποχρέωση. Οσο για την οικογένεια, τώρα με την κρίση, μοιάζει με τη «σχεδία» που θα τους σώσει. Το εύρημα: «η δική σας ιστορία στη σκηνή», βρήκε αμέσως ανταπόκριση. Ιστορίες συνδαιτυμόνων, καθημερινά αδιέξοδα, γεγονότα που στιγμάτισαν τη χώρα, μια αναδρομή στις αναμνήσεις του καθενός, χορός, καβγάδες, «όμως οι κυριακάτικοι τσακωμοί δεν ήταν σαν των άλλων ημερών». Το κυριακάτικο τραπέζι είναι ιδανική συνθήκη για συμμετοχή. Με τη χαρά, τον ψυχαναγκασμό του, το παρελθόν και το παρόν, τον νεόπλουτο και τον νεόπτωχο Ελληνα. Ο σκηνοθέτης Δημήτρης Κομνηνός θα συνθέσει τις 10 καλύτερες ιστορίες σε μια παράσταση τον ερχόμενο χειμώνα.

Μια ακόμη εμπειρία που δείχνει τη διάθεση του κοινού να μιλήσει. To είδαμε με έναν άλλο τρόπο στην παράσταση «Γιοι και κόρες» του Γιάννη Καλαβριανού και τις άγραφες ιστορίες κάποιων ηλικιωμένων. Αλλά και στις παραστάσεις του ψυχίατρου – δραματοθεραπευτή και σκηνοθέτη Λάμπρου Γιώτη με τα μέλη της ομάδας διαδραστικού θεάτρου «Playback Ψ».

Το θέμα της οικογένειας απασχολεί τον Δ. Κομνηνό από τον καιρό που σκηνοθέτησε το «Σπιρτόκουτο» και στην πορεία το «Fucking Games». «Οι ομοιότητες του κυριακάτικου τραπεζιού είναι απίστευτα κοινές. Πατριάρχης του τραπεζιού σε όλες είναι ο πατέρας, ενώ η μάνα μοιάζει να έχει παθητικό ρόλο παρότι εκείνη επί της ουσίας φοράει τα παντελόνια. Υπάρχει πάντα θέση για τη γιαγιά, κάποιο εργένη θείο, μια ξεχασμένη ξαδέρφη… Οταν συζητούσαμε το θέμα με τον Γιώργο Λυντζέρη βρήκαμε πολλές ομοιότητες. Ο πατέρας μου ήταν γιατρός που είχε στρατευθεί στον εμφύλιο και είχε στιγματιστεί βαθύτατα από την εποχή. Τις Κυριακές μας τον θυμάμαι να μιλάει συνέχεια για εκείνα τα χρόνια ακούγοντας πάντα Μπραμς. Ο πατέρας του Γιώργου ήταν λαδέμπoρος επίσης με μνήμες από τον εμφύλιο, πιο αριστερών αποχρώσεων. Οι δικοί του κυριακάτικοι ήχοι ήταν η ραδιοφωνική εκπομπή του Γιάννη Διακογιάννη».

Τον θεσμό της οικογένειας και τις αντοχές του θέλει -μεταξύ άλλων- να διερευνήσει. «Αυτό τον ισχυρό ιστό που κρατάει τα μέλη και τα στηρίζει εντονότερα στην κρίση. Αλλά μήπως είναι ο ίδιος που εμποδίζει τη χειραφέτηση στην ελληνική κοινωνία; Μήπως μάς οδήγησε εδώ; Είδαμε το κράτος σαν εν δυνάμει γονείς που θα μας φροντίζουν θέλουμε δεν θέλουμε;». Αν αυτό αναζητά ο σκηνοθέτης, αναρωτιέται κανείς τι επιδιώκει το κοινό συμμετέχοντας; «Τον εαυτό μου» είναι η συνηθέστερη απάντηση που δίνουν. «Η αλήθεια είναι πως ο κόσμος θέλει απεγνωσμένα να ακουστεί. Στη φετινή μας παραγωγή, τη “Φαλακρή τραγουδίστρια” του Ιονέσκο, βάλαμε την καμαριέρα να συνομιλεί αντί να απευθύνεται απλώς στο κοινό. Υπάρχουν βραδιές που δεν μπορεί να τους σταματήσει».

Ωστόσο, είναι αυτά θέατρο ή μήπως πυροτεχνήματα εντυπωσιασμού σε μια εποχή που το θέατρο τα καταπίνει όλα; «Πάντα αναζητάμε νέους κώδικες. Οπως έχουμε νέες αναγνώσεις παλιών κειμένων που συστήνονται εκ νέου στο κοινό, τη μείξη του θεάτρου με άλλες τέχνες, ας δοκιμάσουμε κι αυτό. Αλλωστε, η έννοια του διαδραστικού υπάρχει στη θεατρική συνθήκη και ως ενέργεια» υπογραμμίζει ο Δ. Κομνηνός. «Σίγουρα μπορούμε να μιλήσουμε για καλό θεατρικό χειμώνα. Χωρίς οικονομικό κέρδος, αλλά με έντονη κινητικότητα των καλλιτεχνών. Επίσης, το κοινό κουρασμένο από την τηλεόραση, άφησε επιτέλους την καρέκλα».

«Κινητήρας» στο Κουκάκι

Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι και ο «Κινητήρας» στο Κουκάκι, που ήδη συμπλήρωσε τα 17 του χρόνια. Εγινε μέρος της γειτονιάς στην οδό Ερεχθείου και οι στυλοβάτες του: Βίκυ Αδάμου, Δήμητρα Αράπογλου, Φλώρα Καλομοίρη, από την αρχή υποστήριξαν πως «όλοι μπορούν να παίξουν ή να χορέψουν».

Το στούντιο που έφτιαξαν την τελευταία πενταετία βρήκε ανταπόκριση και στις παραστάσεις του συναντάς και ερασιτέχνες: άλλοτε έναν δημόσιο υπάλληλο, άλλες φορές έναν τραπεζικό, συχνά έναν καθηγητή. Αυτό που διαπιστώνει όμως, με το πέρασμα των χρόνων η Βίκυ Αδάμου, είναι πως «ο κόσμος δείχνει μεγαλύτερη διάθεση να εκφραστεί με την τέχνη και συχνά έχει πολλές δυνατότητες. Διψάνε να εξωτερικεύσουν όσα έχουν μέσα τους και η τέχνη βοηθάει να μην το εκφράσουν άτσαλα. Μέχρι τώρα έρχονταν, σταματούσαν, ξεκινούσαν πάλι, ενώ από την κρίση και πέρα παρατηρούμε πως είναι πιο προσηλωμένοι», λέει η Βίκυ Αδάμου.

Στον διαγωνισμό performance με το ερώτημα «Πόσο ρατσιστής είσαι» (28 ώς 31 του μηνός), το κοινό συμμετέχει με βραβείο (399,9 ευρώ) ως χορηγός. Το άλλο βραβείο διαθέτει στον καλλιτέχνη τρεις μέρες τον χώρο. «Παρακολουθώντας ως θεατής τις παραστάσεις των άλλων βλέπω παντού κόσμο. Το κοινό ξαναγύρισε στο θέατρο. Αν τις δεκαετίες του ’70 και του ’80 τα παιδιά έτρεχαν στις κομματικές νεολαίες της γειτονιάς, τώρα ανάγκη είναι η έκφραση. «Περνάνε και ρωτάνε μπορώ να κάνω κάτι, να προσφέρω; Ο καλλιτέχνης ξαναβρίσκει την παλιά του ανησυχία».

Τώρα ο «Κινητήρας» τους ενθαρρύνει θέτοντας το ερώτημα «Πόσο ρατσιστής είσαι;». Ζητούμενο η δημιουργία μιας μίνι παράστασης. Τις τέσσερις τελευταίες ημέρες του μήνα, ο λόγος τους ανήκει.