ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Ερμηνευτική λάμψη και πυκνότητα

ΚΑΜΠΑΝΕΛΛΗΣ – ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ – ΑΣΛΑΝΙΔΟΥ / ΚΟΝΔΥΛΗ

Με όλο μου το είναι…

σκηνοθ.: Θανάσης Παπαγεωργίου

θέατρο: Στοά

Αν δεν γνωρίζει κανείς πρόσωπα, πορείες, αγώνες, ίσως θεωρήσει τον τίτλο της πρόσφατης παράστασης στου Ζωγράφου κάπως συναισθηματικό και παρωχημένο. Στα 42 χρόνια της Στοάς, όμως, ο Θανάσης Παπαγεωργίου και η Λήδα Πρωτοψάλτη μας έμαθαν όλες τις έννοιες της φράσης: «Με όλο μου το είναι…».

Τώρα -πάλι με όλο τους το είναι- έκαναν χώρο να αναδειχθεί σε αυτό που της αξίζει, δηλαδή σε απόλυτη πρωταγωνίστρια μια σεμνή, εργατική, πολυτάλαντη ηθοποιός: η Εύα Καμινάρη. Από το 1999 μόνιμη και ξεχωριστή παρουσία στο θέατρο Στοά, διέπρεπε σε ένα δύσκολο είδος, της δευτεραγωνίστριας. Με ιδιαίτερη ακτινοβολία σε λόγο, τραγούδι, κίνηση, αναδείκνυε ρόλους-κλειδιά πλάι στους πρωταγωνιστές, σε παραστάσεις εγγεγραμμένες πια στην ιστορία του ελληνικού θεάτρου.

Η παράσταση -αποθέωση ερμηνευτικής λάμψης και πυκνότητας- αρχίζει με τη Λήδα Πρωτοψάλτη στον μονόλογο «Μια μητέρα…» των Θάλειας Ασλανίδου / Μαρίας Κονδύλη. Ο πιο σύντομος και συγγραφικά, ο πιο αναιμικός της βραδιάς, εκτός κλίματος αν τον συγκρίνω με την πολύ πιο οργανική του ένταξη στο «Κάτι έγινε και τσακ», το 1985. Η ερμηνεία του και πάλι μαεστρική από την Πρωτοψάλτη δεν επηρεάστηκε από το ώριμο της μητρικής ηλικίας. Αμήχανο λογύδριο αμήχανης μητέρας, βραβευμένης από σχολή μητέρων με αριστείο. Λογύδριο κοινοτοπίας και υποφώσκουσας υστερίας που εκτροχιάζεται σιγά σιγά αποκαλύπτοντας σ’ ένα -λίγο άτεχνο συγγραφικά μα δυνατό ερμηνευτικά- ξέσπασμα την κατακρήμνιση νεύρων καταπιεσμένης, ανεπιβεβαίωτης γυναίκας και μάνας.

Το κλείσιμο της παράστασης αναλαμβάνει ο ίδιος ο σκηνοθέτης με τον βαθύτατα καυστικό, σατανικό σχεδόν «Επικήδειο» του Ιάκωβου Καμπανέλλη. Ηλικιωμένος τραπεζικός υπάλληλος – συγγραφέας επιστρέφει από κηδεία «συναδέλφου» έχοντας μετρήσει επικήδειους, στεφάνια, τηλεοπτικά κανάλια, επίσημους και ανεπίσημους που παρέστησαν. Και ως φθονερή, γηράσκουσα αλώπηξ λιβανίζει άρρωστο φίλο κι επιτυχημένο συγγραφέα από τηλεφώνου, κανιβαλίζει πάνω στους φόβους, τις προλήψεις, την αθωότητά του και του προτείνει ν’ αρχίσουν όσο είναι ακόμη ζωντανοί, να γράφουν ο ένας τον επικήδειο του άλλου, ώστε να μην πέσουν στους «έτοιμους» που έχουν στα συρτάρια τους οι πολιτιστικοί συντάκτες. Κερδισμένος βέβαια από τέτοια τράμπα, ο ίδιος, η φιλαυτία του κι η μετριότητά του. Οταν ο άρρωστος φίλος – συγγραφέας αρνείται τη μακάβρια πρόταση, αυτός ξεσπάει αποκαλύπτοντας τα ταπεινά κι ωφελιμιστικά του κίνητρα.

Εξοχος ο Παπαγεωργίου (πρώτος διδάξας τον απαιτητικό ρόλο το 1992), ελίσσεται από γαλιφιά σε γαλιφιά, επιχειρηματολογεί επί παντός μακάβριου, μεταθανάτιου και μεταφυσικού με αφοπλιστική αθωότητα και πειθώ. Αθωώνει ακόμη και πολύ σκοτεινές επιθυμίες που υφέρπουν στον γλοιώδη λόγο του, προκαλώντας αβίαστο και μαζικό γέλιο στο κοινό.

Μεσαίος αλλά και κεντρικός μονόλογος, «η Αντριάνα» που έγραψε ο Παπαγεωργίου το 2012, σε πρώτη παρουσίαση από την Εύα Καμινάρη. Δομημένος σε 17 τηλεφωνήματα με διαχωριστικό τους, τον ήχο ενός φωτογραφικού κλικ. Γίνονται όλα κατά τη διάρκεια ενός μαραθώνιου σιδερώματος δεκάδων τραπεζομάντιλων για ένα μαγαζί, έτσι που η ηρωίδα έχει την περισσότερη ώρα μαγκωμένο το ακουστικό μεταξύ σαγονιού και ώμου. Απ’ αυτή την άβολη στάση απογειώνει τον πολυεπίπεδο και ευφυή μονόλογο. Αγωνιώντας για την οικογενειακή ισορροπία της άστατης, πλεονέκτριας αλλά χαϊδεμένης αδελφής της, που ως και τον άντρα φαίνεται πως της έκλεψε, ακροβατεί τηλεφωνικά ανάμεσα στην ίδια (που δεν τολμά να της τα σούρει), στην κολλητή τους, στη μάνα τους και στον γαμπρό της προκειμένου να πληροφορηθεί τα νέα αδελφικά ψέματα και παραστρατήματα. Από τηλεφώνημα σε τηλεφώνημα αποκαλύπτεται η Αντριάνα – θύμα και ολοκαύτωμα. Εκούσιο ή ακούσιο, σημασία πολλή δεν έχει. Ενα θύμα, σαν αυτό που αναλογεί περίπου σε κάθε ελληνική οικογένεια.

Σημασία έχει η σαρωτική ερμηνεία της Καμινάρη, η θεατρική ανάδειξη του συγκοπτόμενου τηλεφωνικού λόγου, οι διαρκείς μεταπτώσεις της διάθεσης και της φωνής, οι εκπληκτικές διακυμάνσεις της σωματικής γλώσσας, οι ακαριαίες μεταστροφές ύφους. Σημασία έχουν τα εύγλωττα αλλ’ αποσιωπημένα ερμηνευτικά σχόλια ανάμεσα σε όλα αυτά. Που μπορεί να μιλούν για φόβο, υποτέλεια ή φιλαρέσκεια καλοσύνης, για αναπλήρωση βιωμάτων που δεν είχαμε, για όσα κρύβει συχνά ο όρος θυματολατρία. Ατομική, συλλογική ή εθνική.