ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Καθημερινότητα, η άπιαστη ευτυχία

ΘΟΡΝΤΟΝ ΟΥΑΪΛΝΤΕΡ

Η μικρή μας πόλη

σκηνοθ.: Τάκης Τζαμαργιάς

θέατρο: Βασιλάκου (θεατρ. οργ. ΑΚΡΟΠΟΛ)

Η πρωτεργάτρια του θεάτρου για παιδιά στην Ελλάδα (μα κι ενός χειρωνακτικού, γοητευτικού, αποδραματοποιημένου τρόπου να φαντάζεσαι και να αισθάνεσαι το θέατρο εν γένει), η Ξένια Καλογεροπούλου, είχε χαρακτηρίσει από ραδιοφώνου το θέατρο για εφήβους από τα πιο δύσκολα είδη. Η εγκαινίαση της «Μισάνοιχτης Πόρτας» της (για εφήβους) πριν από λίγα χρόνια μπορεί να μην είχε συνέχεια μέσα στην κρίση, βρήκε όμως συνεχίστρια την ομάδα Grasshopper και τη Σοφία Βγενοπούλου με σημαντικά δείγματα δουλειάς έως σήμερα (π.χ .«Ελεύθερα ύδατα» του Γιάννη Τσίρου στη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών έως 19/5 με αφορμή την εξωφρενική, νεοφιλελεύθερη πρόθεση ιδιωτικοποίησης των υδάτινων πόρων του πλανήτη).

Μία ακόμη πρωτοβουλία απευθυνόμενη σε μαθητές γυμνασίων και λυκείων είναι η Νεανική Σκηνή του πολυσχιδούς, Θεατρικού Οργανισμού Ακροπόλ. Επέλεξε το κλασικό, ποιητικό έργο «Η μικρή μας πόλη» (1938) του Θόρντον Ουάιλντερ, που υμνεί την αξιοπρέπεια, την ταπεινή και χριστιανική γλυκύτητα της καθημερινότητας των ανθρώπων. Εκεί, απ’ όπου θα έπρεπε να αντλούμε τις μικρές μας ευτυχίες είτε πρόκειται για τη νυσταλέα φωλιά Γκρόβερ’ς Κόρνερς στο Νιου Χάμσαϊρ, αρχές του 20ού αιώνα, είτε το σήμερα και το παντού.

Η οικογένεια Γκιμπς και η οικογένεια Γουέμπ μετά το μεγάλωμα των παιδιών τους συμπεθερεύουν από τον γάμο της Εμιλι Γουέμπ και του Τζορτζ Γκιμπς. Η Εμιλι ύστερα από εννέα χρόνια ευτυχισμένου γάμου πεθαίνει σε γέννα. Βλέπουμε την κηδεία της, αλλά και την εκπλήρωση της θέλησής της να επιστρέψει για μία μόνο μέρα στην προηγούμενη ζωή της.

Τη σκηνοθεσία του έργου ανέλαβε ο έμπειρος κι επιτυχημένος σε ερασιτεχνικές και επαγγελματικές προσπάθειες νεανικού θεάτρου Τάκης Τζαμαργιάς. Η παράσταση στήθηκε με τον τρόπο του Ουάιλντερ (κοστούμια εποχής αλλά δίχως σκηνικά και ρεαλιστικά αντικείμενα, με αφηγητή, επεμβάσεις – επιταχύνσεις – επιβραδύνσεις της δράσης, παντομίμες κ.λπ.) αλλά και με τον τρόπο που βολεύει την εύκολη μετακίνησή της σε σχολικά προαύλια και αίθουσες.

Επτά νέοι ηθοποιοί μοιράζονται τους δεκατρείς ρόλους του έργου με ζωντάνια αλλά διαβαθμισμένες αρετές. Παλεύουν να διαπεράσουν το παραμύθι της ταπεινής αυτάρκειας και να δώσουν αξία στη φιλοσοφία του βιολογικού κύκλου: γέννηση – έρωτας – θάνατος. Απ’ έξω μένουν βέβαια οι παράπλευρες (αλλά και κάποιες νομοτελειακές) απώλειες του κύκλου: πόλεμος (κάθε είδους), προσφυγιά (κάθε είδους), βία (κάθε είδους), φτώχεια, ανεργία, ρατσισμός, ερημιά, ανασφάλεια, απουσία καθημερινότητας, παιδικής ηλικίας κ.λπ. Ολα όσα περισφίγγουν σήμερα τους νέους. Μπορώ να φανταστώ πως η παράσταση ενδιαφέρει το νεανικό κοινό μόνο σαν παραμύθι, παραβολή ή παρηγοριά. Σαν μια καταφυγή χριστιανικού περιεχομένου, ιδίως ως προς τον πρόωρο θάνατο της ηρωίδας Εμιλι, το ανεπίστρεπτο και την ορφάνια των δικών της.

Υπάρχουν στιγμές νεανικής, σκηνικής αλήθειας και μέτρου όπως ο καβγάς ανάμεσα στον Τζορτζ (Κωνσταντίνος Μπούντας) και την Εμιλι (Αλεξάνδρα Αϊδίνη). Υπάρχουν όλες οι σκηνές όπου η Ανδρη Θεοδότου (Μιρτλ Γουέμπ) διαπρέπει και προσπαθεί με το μπρίο της να σκορπίσει λίγο παραπάνω χιούμορ στους σκηνοθετικούς χειρισμούς, κάπως άτολμους και σχολαστικούς κατά τη γνώμη μου. Υπάρχει η εύστοχη υπερκινητικότητα του Αλέξανδρου Μαυρόπουλου, που εκτός από αφηγητής μεταμορφώνεται με ελάχιστα μέσα σε τέσσερις ακόμα διαφορετικούς ρόλους. Υπάρχει και η Τζούλια Γκιμπς της γήινης, πληθωρικής, συχνά αστείας, αλλά χωρίς σκηνοθετικές αβάντες, Ιωάννας Πιατά.

Αναρωτιέμαι, σ’ ένα έργο τόσο ανοιχτό, πρωτοπόρο και ελεύθερο σκηνικά, δομικά και σκηνογραφικά, με επιδράσεις από το ασιατικό, το επικό, το γερμανικό – ρομαντικό θέατρο, με επιδράσεις από τον αμερικανικό αυτοσαρκασμό του Μπρόντγουεϊ, την κατάργηση της σκηνικής ψευδαίσθησης μέσα από την ιδιωτικότητα του ηθοποιού και των διαλόγων του με το κοινό, ποια η ουσιαστική συνεισφορά της σκηνοθεσίας; Ποιο το προχώρημα, π.χ., στις σχολαστικές και παρωχημένες παντομίμες των ηθοποιών; Γιατί οι αναίτιες προσπάθειες μερικών σκηνών να δείξουν οι ηθοποιοί παιδικοί και χαριτωμένοι; Τραβούσαν την παράσταση προς τα πίσω αντί να τη σπιντάρουν εκεί όπου θα μπορούσε να φθάσει: Στην απογείωση της ποίησης, στην απόλαυση της κάθε σκηνικής στιγμής, στο σχόλιο, στον συμβολισμό και στο κλείσιμο του ματιού προς το σήμερα.