ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Νέο αίμα προβάλλει σταθερά η Κρατική

Μακάρι το πλήθος από πιανίστες στην Ελλάδα να αντανακλούσε το ενδιαφέρον της χώρας για την κλασική μουσική! Παρά τον εντυπωσιακό αριθμό πιανιστών, στην Ελλάδα παραμένει πολύ μικρότερος ο αριθμός των μουσικών ορχήστρας, συνεπώς και των αντίστοιχων συμφωνικών συνόλων. Επιπλέον, όλοι αυτοί οι άνθρωποι, οι οποίοι ξοδεύουν χρόνο και χρήμα προκειμένου να μελετήσουν διάφορα όργανα, όπως επίσης οι γονείς οι οποίοι ωθούν τα παιδιά τους στη συγκεκριμένη προσπάθεια, δεν φαίνεται να υποστηρίζουν αντίστοιχα τη συγκεκριμένη μουσική. Ούτε συνδράμουν τα ελληνικά σύνολα που απαρτίζονται από τα παιδιά τους. Η περιορισμένη προσέλευση στις συναυλίες ελληνικών μουσικών συνόλων σε αντίθεση προς την κοσμοσυρροή στις πολυδιαφημισμένες, αλλά όχι πάντα υπέρτερες ξένες ορχήστρες, παραμένει γεγονός. Παραμένει εξίσου γεγονός ότι η χώρα παράγει διαρκώς πολύ καλούς μουσικούς, όπως ο 17χρονος πιανίστας Γρηγόρης Ιωάννου, ο οποίος εμφανίστηκε με την Κρατική Ορχήστρα Αθηνών στις 11 Απριλίου στην αίθουσα Χρήστος Δ. Λαμπράκης. Υπό τη διεύθυνση του Νίκου Αθηναίου απέδωσε το Κοντσέρτο για πιάνο σε ρε ελάσσονα, αρ. 20, Κ.466 του Μότσαρτ και υπήρξε από κάθε άποψη εντυπωσιακός.

Οχι μόνον επειδή τα δάχτυλά του πέταγαν, επειδή όλες οι νότες ακούγονταν στρογγυλές, σίγουρες και πεντακάθαρες, ή επειδή η μετρημένη αισθητική της απόδοσής του ταίριαζε άριστα στο έργο. Εκείνο το οποίο τον διέκρινε ήταν μια εσωτερική φλόγα και μια πηγαία μουσικότητα, στοιχεία τα οποία του επέτρεπαν να διαμορφώνει με γούστο και φυσικότητα τις μουσικές φράσεις. Η εξέλιξή του αναμένεται με ενδιαφέρον.

Νωρίτερα είχε ακουστεί η σύνθεση «Ο αντικατοπτρισμός» της Λίνας Τόνια. Παραγγελία της Κρατικής, έργο εμπνευσμένο από το σχετικό φυσικό φαινόμενο και –σχεδόν αναπόφευκτα– επηρεασμένο από τις «Ατμόσφαιρες» του Λίγκετι, φανέρωσε μία ακόμα όψη της νεότατης συνθέτριας, όπερα της οποίας είχε παρουσιαστεί πέρυσι από την Εθνική Λυρική Σκηνή. Στο δεύτερο μέρος της βραδιάς, ο Αθηναίος απέδωσε με επιτυχία τη δημοφιλή όσο και αρκετά σύνθετη δεύτερη συμφωνία του Σιμπέλιους. Τη σχετική αμηχανία του πρώτου μέρους με τα αποσπασματικά θέματα, ακολούθησαν η ανάδειξη της βαθιάς μελαγχολίας του δεύτερου και η ενέργεια του τρίτου μέρους. Τις εντυπώσεις κέρδισε εύκολα η γεμάτη πάθος απόδοση του τελευταίου μέρους με το γενναιόδωρο, μεγαλόπρεπο, επαναλαμβανόμενο θέμα.