ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Τα αληθινά κορίτσια δεν χάνονται ποτέ…

«Γεννήθηκε δεν ξέρω πού. Εζησε, όπως κι εγώ στην Κατοχή. (…) Χάθηκε μες στην κατεστραμμένη Ευρώπη -τότες που η Ελλάδα ήταν Ελλάδα και η Ευρώπη, Ευρώπη. Χάθηκε… που λέει ο λόγος. Γιατί τα αληθινά κορίτσια, δεν χάνονται ποτέ. Δεν τ’ αρπάζει ο καιρός. Ξανάρχονται με τη μορφή βιβλίων, προσευχών και τραγουδιών…». Κάπως έτσι, μ’ αυτά τα λόγια είχε ξαναγνωρίζει ο Μάνος Χατζιδάκις, μέσα από το Τρίτο Πρόγραμμα, την ποιήτρια Μάτση Χατζηλαζάρου. Που γεννήθηκε το 1914 στη Θεσσαλονίκη. Μάτση την έλεγε ο τρίτος σύζυγός της, ο υπερρεαλιστής ποιητής και ψυχαναλυτής Ανδρέας Εμπειρίκος.

Οι δυο τους έζησαν έναν παθιασμένο έρωτα, που ξεκίνησε από τη σχέση ψυχαναλυτή και αναλυόμενου. Εναν έρωτα που κατέληξε σε γάμο, σε διαζύγιο -φιλικό και πολιτισμένο- και συνεχίστηκε ως μια τρυφερή φιλία, δύο ανθρώπων που είχαν πολλά να μοιραστούν. Μια επικοινωνία γραπτή, αφού η Μάτση Χατζηλαζάρου έφυγε με το πλοίο «Ματαρόα» για το Παρίσι το 1945. Ο Ανδρέας Εμπειρίκος, ο Οδυσσέας Ελύτης και ο Τάκης Παπατζώνης υπέγραφαν τις συστατικές επιστολές για την υποτροφία της. Οσο για την ίδια, όταν τη ρώτησαν γιατί ήθελε να πάει στο Παρίσι είχε απαντήσει: «“Θέλω απλώς ν’ αγγίξω με τα χέρια μου έναν Ματίς κι έναν Πικάσο”. Στην ένσταση που προβάλανε στην επιτροπή πως “ξέρετε, η Ελλάς τώρα μετά τον πόλεμο, έχει ανάγκη από γεωπόνους, από μηχανικούς, από αρχιτέκτονες”, απάντησε πως “ναι, αλλά νομίζω ότι έχει ανάγκη και από ορισμένους ανθρώπους ή ποιητές ή ανθρώπους της τέχνης να πάνε να δουν και παραόξω…”».

Ολες αυτές τις λεπτομέρειες, της Μάτσης, της εποχής της και των ανθρώπων με τους οποίους συνδέθηκε, αλλά και τις διαδρομές της ποίησής της μας δίνει μια έκδοση που κυκλοφορεί από την«Αγρα»: «Γράμματα από το Παρίσι στον Ανδρέα Εμπειρίκο (1946-1947) και άλλα ανέκδοτα ποιήματα και πεζά της ίδιας περιόδου». Ενα βιβλίο για το οποίο φρόντισε σε πολλά επίπεδα ο Χρήστος Δανιήλ (η Τιτίκα Δημητρούλια μετέφρασε από τα γαλλικά ποιήματα του Α. Εμπειρίκου). Ενα βιβλίο που παρακολουθεί τη σχέση τους. Που παρακολουθεί το νόστο της Μάτσης ενόσω λείπει: «Το ρωμέικο εξακολουθεί να μου λείπει, ίσως λιγότερο έντονα και υστερικά -νομίζω ότι το κλίμα και η φύση είναι στη βάση όλου του κακού (γιατί κακού;), νομίζω πως αν βρισκόμουνα στην Ελλάδα άνοιξη και καλοκαίρι, από αυτή την άποψη θα ’τανε η ειρήνη», γράφει στον Εμπειρίκο στις 26 Απριλίου του 1946. Ενα βιβλίο που έγινε πραγματικότητα χάρη στην ευαισθησία και την αίσθηση ιστορίας του γιου του Ανδρέα Εμπειρίκου, του Λεωνίδα. Ενα βιβλίο που αποτελεί, πράγματι, μια «διπλή επίσκεψη: σε μια ποιήτρια, αλλά και σε μια εποχή».

Εκεί στα τέλη της δεκαετίας του ’30, όταν μόλις είχαν γνωριστεί οι δυο τους, γράφει εκείνος: «Η Μάτση. Είναι η Μαρία των “Τεκταινομένων” δηλαδή η γυναίκα μου. Τη βλέπω να στέκεται ορθή απέναντί μου, κάτω από την κάμαρα ενός δωματίου στο Μπούρτζι. (…) Ο άνεμος παίζει με τα μαλλιά της και με το φόρεμά της που αφήνει να διαφαίνονται κάτω από το λεπτό ύφασμα τα στήθη της και άλλες αρμονικές καμπύλες και ωραία σχήματα του σώματός της, κατά τρόπον εντόνως λυρικόν. Πίσω της η θάλασσα και ο ουρανός προσδίδουν μια σημασία ιδιαίτερη στη φωτογραφία και στην εικόνα που διατηρώ ολοζώντανη στον νου μου, γιατί δένουν τέλεια με την ψυχοβιολογική συγκρότηση της Μάτσης, που είναι μία από τις ελάχιστες γυναίκες που καταλαβαίνουν ουσιαστικά όχι μόνον τη θάλασσα μα ολόκληρη την φύσι».

Ενδιαφέρον, εμπιστοσύνη

Από το Παρίσι η Μάτση Χατζηλαζάρου γράφει στον Εμπειρίκο και στη δεύτερη σύζυγό του, Βιβίκα (τη μητέρα του Λεωνίδα) με τρυφερότητα και οικειότητα. Η προσωπική τους σχέση μπορεί να μην υπάρχει, υπάρχει όμως το νοιάξιμο, το ενδιαφέρον, η εμπιστοσύνη: «Διεκόπη το γράμμα, εν μέρει λόγω κακοκαιρίας, προπάντων ψυχικής. Δεν ξέρεις τι αγώνες έχω κάνει τελευταίως pour ne pas etre submergee [για να μην είμαι υποταγμένη, κυριευμένη] από το αιώνιο γνωστό μου σαράκι. Αν καμιά μέρα το υπερνικήσω αυτό, θα γίνω ίσως μια πολύ καλή και ήρεμη γυναίκα. Μονάχα εσύ καταλαβαίνεις ίσως τι βαθύς και απέραντος καημός είναι αυτός. (…) Η Βιβίκα μου ’γραψε ένα γλυκύτατο γράμμα. Είσαι τυχερός – και αυτή συνδυάζει έναν κόσμο τετραδίου μικρού κοριτσιού με μια Μεσόγεια ωριμότητα και μια ρέμβη εις το βλέμμα όπως του Σηκουάνα. Βλέπω ότι αυτή η τελευταία φράση με το βλέμμα της Βιβίκας θα με βοηθήσει να τελειώσω το ποίημά μου για τον Σηκουάνα, που μέρες τώρα με παιδεύει». Και στο υστερόγραφο σημειώνει: «Εν τω μεταξύ όμως έλαβα μέσω πρεσβείας την “Ενδοχώρα”. Μα τι ωραία που είναι Αντρέα μου. Είναι ποίηση. Δεν ξέρεις πόσο υπερηφανεύομαι ότι μου είναι αφιερωμένη η “Ενδοχώρα”. Ας τη βλέπουνε οι νέοι την “Ενδοχώρα” και ας μάθουνε ότι αξίζει κανείς να γράφει μονάχα αν έχει αυτό το ποιητικό περίσσευμα που ξεχειλάει στο χαρτί – και να μη γράφουνε από σαχλαμάρα, όπως θα λιμοκοντόριζαν με μια αλυσίδα στο δάχτυλο (και στον εαυτό μου τα λέω αυτά – μονάχα θέλω να πιστεύω ότι σε μένα ανάμεσα από τις γραμμές ίσως φαίνεται, ότι ίσως καμιά μέρα γράψω»… Και η Μάτση Χατζηλαζάρου έγραψε.

Μάτση Ανδρέου, τα πρώτα ποιήματα

Στη διάρκεια του γάμου τους μεσολαβεί ο πόλεμος, οι συναντήσεις των υπερρεαλιστών στο σπίτι τους, το περιοδικό «Τετράδιο», από τις σελίδες του οποίου πέρασαν όλοι οι κατοπινοί μεγάλοι ποιητές: Σεφέρης, Ελύτης, Γκάτσος, Εγγονόπουλος, Εμπειρίκος, Κάλλας, Σαχτούρης, Βαλαωρίτης κ.ά. Εκείνο το διάστημα, το 1944, κι ενώ ήδη το ζευγάρι ήταν σε διάσταση και η Μάτση Χατζηλαζάρου συζούσε με τον ποιητή Ανδρέα Καμπά, εκδίδεται από τον «Ικαρο» η πρώτη ποιητική της συλλογή (απόλυτο δείγμα υπερρεαλιστικής γραφής) με τίτλο «Μάης, Ιούνης και Νοέμβρης», την οποία υπογράφει ως Μάτση Ανδρέου: «Σε περιβάλλω με μια μεγάλη αναμονή./ Σε περιέχω όπως τ’ αραχωβίτικο κιούπι το λάδι,» και «Ελα, η μέρα είναι τόσο ωραία – τα ποιήματα που/ αγαπώ θέλω να τα ζήσω μαζί σου». Και πιο κάτω, για πρώτη φορά, αναφέρεται στην παντοτινή έλλειψη μιας γέννας από τη ζωή της: «Αύριο θα σμίξω τα δυο σου σκέλη, μήπως και γεννηθεί ένα μικρό/ λυπητερό παιδάκι, θα το λένε Ιούς, Μανιούς, ίσως και/ Aqua Marina./ Φέρτε μου να γεννήσω όλα τα μωρά της πλάσης, δώστε να/ πεθάνω όλους τους θανάτους».