ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Η Αθήνα που ξέρουμε και αυτή που αγνοούμε

ΒΑΣΙΛΗΣ ΚΑΡΑΠΟΣΤΟΛΗΣ

Χειροποίητη πόλη – Η Αθήνα ανάμεσα στο ναι και το όχι

Εκδ. Αλεξάνδρεια

Τι ζητάει αυτή η πόλη από τους κατοίκους της; Η απάντηση δεν είναι μαξιμαλιστική, ούτε ουσιοκρατική –κι αυτό κάτι λέει.

«Τους ζητάει ένα απονενοημένο διάβημα γενναιοδωρίας και μερικοί δέχονται την παράκληση και περνούν διά μιας πάνω από τις σιχασιές των συμφερόντων».

Στην επανέκδοση της «Χειροποίητης πόλης» –σ’ ένα βιβλίο που δεν έχασε τη σημασία του από το 1995, όταν πρωτοεκδόθηκε– ο καθηγητής Βασίλης Καραποστόλης, ένας δικός μας flâneur-περιπλανώμενος (ένας τέτοιος υπήρξε ο Benjamin, που άφησε κληρονομιά σαν «ίχνος που θ’ άφηνε ένα μαχαίρι, τέμνοντας το σώμα της πόλης»), ανοίγει την κοινωνική εμπειρία στα καθ’ ημάς. Ρυθμίζει τους λογαριασμούς του με την πόλη και τους κατοίκους της.

Ψάχνοντας να βρει τη δική του Αθήνα, την πόλη που νιώθει να χάνεται, δημιουργεί μια πορεία με τον αναγνώστη του και, με προσωπική μέριμνα, τον καθιστά μυσταγωγό «εντός» μιας ιδεολογικής, αισθητικής, φιλοσοφικής, εντέλει, κοινωνικοπολιτικής συνέπειας.

Και το ζητούμενο; Το «συνημερεύειν». Αυτό που έχουν στερηθεί και οι κάτοικοι και η πόλη.

Οψεις και άνθρωποι

Στη «Χειροποίητη πόλη» ο λόγος του περιπλανώμενου λαμβάνει τη μορφή μιας πρωτότυπης οπτικής, μιας συλλογής στοχασμών, στους οποίους πρυτανεύει το μικρογεγονός, η λεπτομέρεια, κόντρα στη φιλοδοξία του καθολικού.

«Εξακολουθώ να τριγυρνώ σ’ αυτήν την απροσδιόριστη πόλη που δεν συνοψίζεται ποτέ. Αδύνατο να βγει συμπέρασμα από μια όψη μερική, τα επιμέρους δεν κατευθύνονται σ’ ένα σύνολο· αλλού παραπέμπει η Κάνιγγος, αλλού η πλατεία Βικτωρίας ή η Δεξαμενή… Μπορεί να είναι το τέχνασμα της πόλης να σε χρίζει ιππότη τής λεπτομέρειας για να μη στραφείς εναντίον της…».

Η απομονωμένη εμπειρία μεσιτεύει κλιμακωτά προς την ολότητα, με τρία κεφάλαια: «Οι μέρες», «Οι φυγές», «Οι νύχτες».

Η κίνηση στους δρόμους, στο Σινέ Σταρ, στο Εθνικό, στο Μπάγκειον, στον Μπακάκο, τα καθημερινά πλαντάγματα των περαστικών και τα είδωλα των θαμώνων, διασταυρώνονται με τη ματιά στις παρυφές της μεγαλούπολης. Η φυγή οδηγεί στην ιστορία αλλά και στην αντίρροπη κίνηση του «αλλού» και του «άλλου». Φτάνει μέχρι χάμω, στη φωλιά του νεκροζώντανου αλήτη.

Οι ιερουργίες της Ομόνοιας, το προσκλητήριο των προσφύγων, των ανέργων, των χουλιγκάνων, των μαστροπών και των πρεζάκηδων μπορεί να είναι η μία όψη.

Οι νεόπλουτοι

Η άλλη μπορεί να συνδέεται με τον νεόπλουτο στο Κολωνάκι, που φωνάζει «μαλάκα» τον σκύλο του επειδή τραβάει το λουρί, ή με την ακούσια κατασκοπεία της πυκνοκατοίκησης ή, καλύτερα, με την κατευναστική δύναμη της δοσοληψίας, το οξυγόνο, τη θαυματουργία που προσφέρει η θεραπεία της αγοράς –που διαλαλούν οι πωλητές, αρχειοθετούν οι παλαιοπώλες, εισπράττουν οι ενεχυροδανειστές και κόβουν με το μαχαίρι στη Βαρβάκειο…

Η Αθήνα είναι όπως την ξέρουμε, αλλά και αυτή που αγνοούμε. «Δεν αρέσει πια, όμως παρακολουθούμε τα ακκίσματά της». Είναι μια πόλη που έχει να δώσει πολλά· με όλη την πολύχρωμη διαστρωμάτωσή της, τα ζώντα και τα πετρωμένα ανάγλυφά της, με όλο το διαμελισμένο παρελθόν της, με τα νοσοκομεία, τα σινεμά, τα μουσεία, τους πετυχημένους ή αποτυχημένους και τους εναλλασσόμενους σχεδιαστές της.

Μπορεί να είναι μια πόλη «ανεπίδεκτη αναπαύσεως», δύσκολη. Είναι, όμως, δαιμόνια, θελκτική… με ματαιώσεις, με κρυπτογραφήσεις στον «οδηγό» της. Ο Βασίλης Καραποστόλης, στο σημείο αυτό, προτείνει τον δρόμο επιστροφής στην «πολιτεία», δείχνοντας το genius loci, το πνεύμα του τόπου.

Σπάζοντας τους κωδικούς του χάρτη φέρνει εγγύτερα τον αναγνώστη του στην «πολιτεία» από δρόμο που, μάλλον, είναι ταυτοτικός. Λέει, κοντολογίς, ότι πρέπει ο κάτοικος να γνωρίσει την πόλη του, να την αισθανθεί, να δει τις εποχές της, να πιάσει τον παλμό της, τα χρώματά της, τις μυρωδιές, την ανθρωπογεωγραφία της… να την αγαπήσει. Αυτό διδάσκει χρόνια και με συνέπεια –αυτό κάνει κι εδώ, σ’ ένα απ’ τα καλύτερα κείμενά του– ως άνθρωπος, πανεπιστημιακός, διανοούμενος και συγγραφέας: διδάσκει το πώς να κατανοούμε και να αγαπάμε κι όχι το πώς να σιχτιρίζουμε συρρικνώνοντας. Η άλλη όψη είναι εδώ.