ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Η ζωγραφική μάς βυθίζει μέσα σε έναν άλλο χρόνο

Ενας νοητός κύκλος. Και στη μέση ο ζωγράφος. Ο Στέφανος Δασκαλάκης στέκεται στο κέντρο της αίθουσας του Μουσείου Μπενάκη στην οδό Κουμπάρη, όπου παρουσιάζονται τριάντα ολόσωμα πορτρέτα ανθρώπων, σαν ζωφόρος. Με μια περιστροφή του σώματός του και τα χέρια του τεντωμένα, μου εξηγεί λεπτομέρειες στους πίνακες. Πρώτα από μακριά και ύστερα από κοντά. Τα κορμιά του, όπως τα τοπία, αποκτούν τη δική τους μορφολογία μέσα από τα χρώματα. Και η πλούσια πάστα τα κάνει σχεδόν ανάγλυφα, δημιουργώντας τον πειρασμό να απλώσεις τα ακροδάχτυλα για να ακουμπήσεις τη ζωγραφισμένη σάρκα, τα ρούχα, τα έπιπλα και τα αντικείμενα. Να εισβάλεις στον κόσμο του ατελιέ του, εκεί όπου δέχεται τα μοντέλα του και τα αποτυπώνει με το ίδιο φόντο.

Υπομονετικός σκοπευτής

Κάθε ζωγράφος μιλάει μέσα από το έργο του. Είναι αόρατος. Και ο χαρακτήρας του παραμένει άγνωστος στον θεατή. Ομως εδώ, ο παρατηρητικός επισκέπτης μπορεί να αφουγκραστεί την ιδιοσυγκρασία του Δασκαλάκη. Δουλεύει το ίδιο έργο, ξανά και ξανά, όπως φαίνεται από τα αλλεπάλληλα στρώματα χρωμάτων του καμβά. Παρακολουθεί τους ανθρώπους που ζωγραφίζει, σαν υπομονετικός σκοπευτής μέχρι να στοχεύσει με ακρίβεια στον μύχιο εαυτό. Και στο τέλος καταφέρνει να αιχμαλωτίσει την αύρα τους. Μπορεί οι πρωταγωνιστές του να δείχνουν ανέκφραστοι, αλλά η παρουσία τους και μόνον αποκαλύπτει την πετριά τους. Το βλέπεις: Ιχνη παραίτησης στο βλέμμα μιας μεσήλικης. Συστολή στη στάση του σώματος από τα πέλματα μιας κοπέλας. Ο καταπιεσμένος θυμός που βγαίνει από τον τρόπο που ακουμπούν τα χέρια ενός νεαρού στα μπράτσα της πολυθρόνας. Σώματα πεσμένα σαν τσουβάλια, σώματα-ελατήρια, σώματα ταλαιπωρημένα. Η θέαση της έκθεσής του γίνεται μια συνομιλία με τους αγνώστους που σε περιτριγυρίζουν.

«Στο μοντέλο πάντα λέω: Μη με κοιτάς στα μάτια. Κοίταξε δίπλα μου· λίγο πιο πέρα από το κεφάλι μου. Αν με κοιτάζει κατάματα δημιουργείται τρομερή ένταση, που είναι δύσκολο να τη χειριστώ τόσες ώρες καθημερινά επί δυόμισι μήνες, που χρειάζονται για να τελειώσω ένα πορτρέτο», είναι οι πρώτες του κουβέντες. «Αλλωστε, για μένα ζωγραφική δεν είναι εικόνα, αλλά ο συσσωρευμένος χρόνος, ανάμεσα σε αυτόν που στέκεται μπροστά και σε αυτόν που στέκεται πίσω από το καβαλέτο. Η μεταξύ τους σχέση. Οταν πηγαίνει καλά το έργο, μιλάω στο μοντέλο. Αλλιώς κλείνομαι σε μένα και προσπαθώ να ξαναβρώ τον δρόμο μου. Να φτάσω σε ένα σημείο, όπου αυτό που βλέπω στον καμβά είναι αρμονικό με το αίσθημα που έχω για τον άνθρωπο απέναντί μου. Και επειδή στη ζωγραφική ανακαλύπτεις τι θες να κάνεις μόνο ζωγραφίζοντας, όλα βγαίνουν μόνο πάνω στο τελάρο, η διαδρομή αυτή δεν σηκώνει προετοιμασία, αλλά χαράζεται με κάθε πινελιά»

Συνεχίζει: «Η ζωγραφική είναι ένα μυστήριο. Αχραντο το έλεγε ο Μόραλης, γιατί δεν ξέρεις τι είναι αυτό που σου καθοδηγεί το χέρι πάνω στον καμβά. Δεν εξηγείται με λόγια. Υπάρχουν άπειροι ορισμοί της, αλλά πάντα μένει ένα κενό. Αυτό το κενό είναι, νομίζω, η ουσία της. Αυτό που τα διαπερνά όλα».

Η ένταση της ύπαρξης

Στεκόμαστε μπροστά στο πορτρέτο της Κυρίας Ιωάννας. Μια γυναίκα μεσόκοπη, που την έχει ζωγραφίσει αρκετές φορές: «Δεν πρόκειται για πορτρέτα που έγιναν επειδή δέχθηκα παραγγελίες. Τα περισσότερα έργα αυτής της έκθεσης, που καταγράφει μια ενότητα δουλειάς 14 ολόκληρων ετών, έγιναν με μοντέλα που έχω πληρώσει για να μου ποζάρουν. Επιλέγω εκείνους που μου δημιουργούν την ανάγκη να τους ζωγραφίσω. Κάτι με προσελκύει πάνω τους. Δεν έχει να κάνει με την ομορφιά. Καθόλου. Εχει να κάνει με την ένταση της ύπαρξής τους. Συνήθως τους εντοπίζω σε ειδικά άλμπουμ με φωτογραφίες ατόμων που κάνουν αυτήν τη δουλειά. Κάπως έτσι γίνονται απρόβλεπτες συναντήσεις, μέσα από τις οποίες ο ζωγράφος, που είναι κλεισμένος σε ένα καβούκι, οσμίζεται τι συμβαίνει έξω. Καταλαβαίνει τον κόσμο, να, όπως η κρίση που κατατρώει την ελληνική κοινωνία σήμερα· κάνει άθελά του την αφήγηση του καιρού του. Και αυτοί οι άνθρωποι, οι τόσο καθημερινοί, γίνονται πρωταγωνιστές στα έργα μου, γίνονται αρχέγονες μορφές».

Ενα πλάνο

«Η φωτογραφία μπορεί να παγώσει μια στιγμή μέσα, να σου αποκαλύψει το πρόσωπο κάποιου από πολλές οπτικές γωνίες, όμως δεν έχει σάρκα. Δεν έχει αφή. Η ζωγραφική υπακούει σε άλλη συνθήκη. Είναι μονάχα ένα πλάνο που παγιώνεται αργά, μέσα στον χρόνο. Και αυτή η διαδικασία του ποζαρίσματος αναγκάζει τόσο το μοντέλο όσο και τον ίδιο τον ζωγράφο να στραφούν στον εαυτό τους και να κάνουν σκέψεις προσωπικές. Αυτό νομίζω ότι είναι και το μεγάλο κέρδος. Τι εννοώ; Οτι το να στεκόμαστε ακίνητοι μέσα σε ένα δωμάτιο τόσες ώρες, τόσο καιρό, μας βγάζει από τη συνήθη σύμβαση της σημερινής καθημερινότητας, της προσχηματικής κινητικότητας, που όλοι τρέχουν για να προλάβουν δουλειές και υποχρεώσεις. Η ζωγραφική μάς βυθίζει μέσα στην ακινησία, μέσα στη σκέψη, σε άλλον χρόνο. Τον χρόνο που μετριέται με διαδοχικά βλέμματα και όχι με ρολόγια…».

«Να κοπιάζεις και να αμφιβάλλεις»

«Πολλές φορές έχω παραιτηθεί. Πετούσα τα έργα που δεν μου έβγαιναν. Τα έσκιζα, για να είμαι σίγουρος ότι δεν θα επανέλθω, γιατί με βασάνιζαν. Τώρα έχει μεγαλώσει το διάστημα που χρειάζομαι για να κάνω ένα πίνακα. Πότε τον θεωρώ ολοκληρωμένο; Οταν δεν έχω πια το κουράγιο να τον δουλέψω άλλο. Ακόμα και τώρα που στέκομαι στην έκθεση, ανάμεσα σε πορτρέτα που έχουν τελειώσει χρόνια πριν, νιώθω την ανάγκη να τα συνεχίσω. Υπάρχουν ευτυχισμένες στιγμές στη ζωγραφική που συμπυκνώνονται τα πράγματα και βγαίνει το επιθυμητό αποτέλεσμα με λίγες γραμμές και κινήσεις απλές. Χαίρομαι που είναι σπάνιες, διότι αν ήταν συχνές, τότε η τέχνη για μένα θα ήταν κάτι ρηχό. Ο κανόνας είναι ότι πρέπει να κοπιάζεις και να αμφιβάλλεις συνεχώς γι’ αυτό που κάνεις. Να πασχίζεις. Στον ζωγράφο, οι κορυφώσεις της έντασης τρέφονται από την καθημερινή δυστυχία. Η ζωγραφική δεν σε κάνει ευτυχή. Είναι όμως μια ζωογόνος δύναμη στην οποία υπακούς…».

​​Η έκθεση θα ολοκληρωθεί στις 19 Ιανουαρίου, στο κεντρικό κτίριο του Μουσείου Μπενάκη στο Κολωνάκι.