ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Επεσε η αυλαία στη Νέα Υόρκη

Τα εβδομήντα χρόνια συμπλήρωσε το 2013 η Οπερα της Νέας Υόρκης (New York City Opera). Ομως, αντί να γιορτάσει το γεγονός, το διοικητικό συμβούλιο του οργανισμού υποχρεώθηκε να υποβάλει αίτηση πτώχευσης.

Η δυσάρεστη εξέλιξη είναι αποτέλεσμα σειράς κακών επιλογών της διοίκησης κατά τα τελευταία έτη. Κρίσιμη χρονιά μοιάζει το 2007, όταν σε μια φιλόδοξη προσπάθεια να ανταγωνιστεί τη λαμπερή αλλά ιδιαίτερα συντηρητική Μητροπολιτική Οπερα, η διεύθυνση της Οπερας της Νέας Υόρκης ανήγγειλε συνεργασία με τον Ζεράρ Μορτιέ. Ο Βέλγος καλλιτεχνικός διευθυντής ήταν ακόμα περιζήτητος, παρότι η συνταγή με την οποία κατά τη δεκαετία του ’90 έφερε τα πάνω κάτω στο Ζάλτσμπουργκ, ανανεώνοντας τον θεσμό και συγκεντρώνοντας τρομακτική δημοσιότητα, δεν είχε δουλέψει στην παρισινή Οπερα, την οποία ανέλαβε στη συνέχεια. Οι Αμερικανοί πίστευαν παρ’ όλα αυτά ότι θα μπορούσε να ανανεώσει τον οργανισμό τους και να τραβήξει πάνω του τους προβολείς. Πράγματι, και μόνη η αναγγελία της συνεργασίας προκάλεσε την αναμενόμενη δημοσιότητα.

Η πτώση

Ομως, τα φιλόδοξα σχέδια ήταν ακριβά και τον Νοέμβριο του 2008 ακυρώθηκαν, καθώς φάνηκε ότι δεν υπήρχαν επαρκείς πόροι: από τα υπεσχημένα 60 εκατομμύρια δολάρια απέμειναν μόλις 36. Ο Μορτιέ παραιτήθηκε και προτίμησε να αναλάβει το Βασιλικό Θέατρο της Μαδρίτης.

Ατυχής αποδείχτηκε στη συνέχεια η απόφαση της διεύθυνσης του οργανισμού να περιοριστεί σε συναυλίες και συναυλιακές παραστάσεις κατά την καλλιτεχνική περίοδο 2008-09, ενώ η μόνιμη στέγη του ανακαινιζόταν. Τα έσοδα υποχώρησαν δραματικά, παρασύροντας το κύρος του θεσμού. Ετσι, το 2011 η Οπερα της Νέας Υόρκης υποχρεώθηκε να εγκαταλείψει οριστικά την ιστορική έδρα της στο Κέντρο Λίνκολν για τις παραστατικές τέχνες, όπου στεγαζόταν από το 1966 πλάι στη λαμπερή Μητροπολιτική Οπερα. Την περίοδο 2011-12 παρουσίασε μόλις τέσσερις παραγωγές σε διάφορα θέατρα της πόλης.

Η μετακόμιση βοήθησε τον οργανισμό να εξοικονομήσει χρήματα, όμως έπληξε ανεπανόρθωτα το κύρος του και αρκετοί δωρητές και χορηγοί αποχώρησαν. Ετσι, τον Σεπτέμβριο του 2013 ανακοινώθηκε ότι εάν μέχρι το τέλος του μήνα δεν συγκεντρώνονταν επτά εκατομμύρια δολάρια, ο οργανισμός θα υποχρεωνόταν να ζητήσει προστασία από τους πιστωτές του. Παρά τις εντυπωσιακές προσπάθειες, το ποσό που αντλήθηκε μόλις ξεπερνούσε τα 2,3 εκατομμύρια. Ως αποτέλεσμα, την 1η Οκτωβρίου έγιναν οι σχετικές ενέργειες για την πτώχευση. Στη σημερινή οικονομική συγκυρία, ιδιαίτερα δύσκολη για τις ΗΠΑ, ο Μάικλ Μπλούμπεργκ, φιλότεχνος δήμαρχος της πόλης, αρνήθηκε να παρέμβει, εξηγώντας ότι το επιχειρηματικό μοντέλο του οργανισμού δεν είναι λειτουργικό.

«Οπερα του λαού»

Η Οπερα της Νέας Υόρκης ιδρύθηκε το 1943 από τον Φιορέλο Λα Γκουάρντια, ιταλικής καταγωγής δήμαρχο της Νέας Υόρκης. Ηταν αυτός που τη βάπτισε «όπερα του λαού», χάρη στα προσιτά εισιτήριά της, ειδικά σε σχέση με τη Μητροπολιτική Οπερα. Οι τιμές των πρώτων κυμαίνονταν από 75 σεντς έως 2 δολάρια το ακριβότερο. Πρώτος διευθυντής της υπήρξε ο ουγγρικής καταγωγής αρχιμουσικός Λάσλο Χάλας, ο οποίος πίστευε ότι οι τραγουδιστές δεν θα πρέπει μόνο να έχουν την κατάλληλη φωνή, αλλά οφείλουν να διαθέτουν επιπλέον την εμφάνιση των ρόλων που υποδύονται. Ο θίασος έδωσε την πρώτη του παράσταση στις 21 Φεβρουαρίου 1944. Η φυσιογνωμία του υπήρξε από την αρχή σαφώς διαφορετική από αυτήν της Μητροπολιτικής Οπερας. Πάντως, με το κλείσιμο της Οπερας της Νέας Υόρκης, ένα κεφάλαιο της αμερικανικής μουσικής ζωής έφτασε στο τέλος του.

Νέα έργα, νέοι καλλιτέχνες

Εξίσου σπουδαίο είναι το γεγονός ότι από αυτό τον θίασο παρουσιάστηκαν για πρώτη φορά στις ΗΠΑ αριστουργήματα του διεθνούς ρεπερτορίου, όπως «Ο πύργος του Κυανοπώγωνα» του Μπέλα Μπάρτοκ, η «Γυναίκα δίχως σκιά» του Ρίχαρντ Στράους και ο «Πύρινος άγγελος» του Σεργκέι Προκόφιεφ. Τελευταία παράσταση πριν πέσει οριστικά η αυλαία ήταν αυτή της πρόσφατης όπερας «Αν Νικόλ» του Μαρκ-Ανθονι Τέρνατζ. Παράλληλα, θέση στο δραματολόγιο βρήκαν εξίσου οι μουσικές κωμωδίες, έργα του Ρίτσαρντ Ρότζερς ή του Αρθουρ Σάλιβαν.

Η Οπερα της Νέας Υόρκης παρουσίαζε αγαπητά έργα σε λιγότερο συμβατικές σκηνοθεσίες, ενώ αντιστάθηκε στο παγκόσμιο σταρ σίστεμ, δίνοντας την ευκαιρία σε νέους καλλιτέχνες να κάνουν τα πρώτα τους βήματα. Ανάμεσά τους συγκαταλέγονται μετέπειτα κορυφαίοι αστέρες, όπως ο Πλάθιντο Ντομίνγκο, ο Χοσέ Καρέρας, η Σίρλεϊ Βερέτ, ο Σάμιουελ Ρέιμι, η Κάθριν Μαλφιτάνο, η Τζουν Αντερσον και η Μπέβερλι Σιλς, η οποία τα χρόνια 1979 έως 1989 υπήρξε επίσης διευθύντρια του οργανισμού. Η πρώτη μαύρη τραγουδίστρια που εμφανίστηκε με τον θίασο ήταν η Καμίλα Ουίλιαμς, η οποία το 1946 ερμήνευσε τον ρόλο της Ιαπωνέζας Μπατερφλάι! Πρώτος Βάκχος σε ιδιαίτερα επιτυχημένη παράσταση της «Αριάδνης στη Νάξο», το 1946, υπήρξε ο Ελληνας τενόρος Αργύρης Βάσος.

Το 1966 ο οργανισμός μετακόμισε στην 2.800 θέσεων νέα στέγη του στο Κέντρο Λίνκολν, την οποία εγκαινίασε με την όπερα «Δον Ροδρίγο» του Αργεντινού Αλμπέρτο Χιναστέρα με τον Πλάθιντο Ντομίνγκο στον επώνυμο ρόλο. Το 1984 η Οπερα της Νέας Υόρκης ήταν ο πρώτος λυρικός θίασος στις ΗΠΑ που εισήγαγε υπερτίτλους. Αδοξο τέλος για τέτοια προσφορά.