ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Ψηφιακό λαθρεμπόριο αρχαιοτήτων σε… άνθηση

Ακόμη μεγαλύτερο είναι το πρόβλημα σε χώρες που βρίσκονται σε αναταραχή, όπως στη Συρία, στο Ιράκ, στην Υεμένη και στο Αφγανιστάν.

Αυτή η κλοπή που καταγράφηκε καρέ καρέ από τις κάμερες, είναι χαρακτηριστική της κατάστασης: Ο κλέφτης έφτασε στο μουσείο της πόλης Λάρεν της βόρειας Ολλανδίας με μοτοσικλέτα, παραβίασε την αφύλακτη είσοδο και έφυγε ανενόχλητος με τον καμβά του έργου «The Parsonage Garden at Nuenen» (1884) του Βίνσεντ βαν Γκογκ. Ο πίνακας είχε μεταφερθεί εκεί λίγες εβδομάδες νωρίτερα από τη συλλογή του Groninger Museum, αλλά την έκθεση πρόλαβε το lockdown. Το έργο παραμένει άφαντο.

«Δεν υπήρχε περιπολία στο Laren Museum, με το σκεπτικό πως στις μικρές πόλεις πάντα κυκλοφορούν άνθρωποι τη νύχτα», σχολίασε σε πρόσφατες δηλώσεις του στον Τύπο ο Κοράντο Κατέζι, συντονιστής του τομέα έργων τέχνης της Interpol –γνωστός μας και στην Αθήνα από τη δραστηριότητά του κατά της αρχαιοκαπηλίας και του λαθρεμπορίου ελληνικών αρχαιοτήτων–, μιλώντας για τις επιπτώσεις της πανδημίας στη διαφύλαξη του πολιτισμού. Ενας ακόμη ειδικός, ο Ερνέστο Οτόνε Ραμίρεζ, αναπληρωτής γενικός διευθυντής Πολιτισμού της UNESCO, ανέφερε σε πρόσφατο συνέδριο για το λαθρεμπόριο αρχαιοτήτων (antiquities trafficking) ότι τον Ιούνιο στο Παρίσι έγινε απόπειρα να κλαπούν πέτρες από τον καθεδρικό της Παναγίας των Παρισίων, που παραμένει υπό επισκευήν. Και σχολίασε στο Agence France-Presse. «Η πανδημία είναι μάστιγα: Εχουμε περισσότερες λεηλασίες, λιγότερες πληροφορίες και λιγότερους ελέγχους».

Φαίνεται ότι η πολιτιστική κληρονομιά της ανθρωπότητας, σε ολόκληρο τον πλανήτη, αποτελεί μία από τις παράπλευρες απώλειες της COVID-19. Η επαγρύπνηση της πολιτείας για την τήρηση κανόνων υγειονομικής ασφάλειας έχει υποβαθμίσει τα μέτρα φύλαξης στους αρχαιολογικούς χώρους και στα μουσεία, αφήνοντας τους θησαυρούς τους εκτεθειμένους. Αυτό γίνεται περισσότερο εμφανές στους απομακρυσμένους χώρους και στα μικρά μουσεία της περιφέρειας. Επίσης το πρόβλημα είναι ακόμη μεγαλύτερο στις χώρες που βρίσκονται σε πολιτική αναταραχή, όπου σοβούν εμφύλιες διαμάχες και οι κρατικοί θεσμοί έχουν εξασθενήσει, όπως στη Συρία, στο Ιράκ, στην Υεμένη, στο Αφγανιστάν.

Την ίδια στιγμή, το διαδικτυακό εμπόριο κλεμμένων έργων και αρχαιοτήτων αυξάνεται. Οι ειδικοί του ψηφιακού εγκλήματος είχαν ήδη διαπιστώσει τα τελευταία χρόνια ότι μεμονωμένα άτομα, διεθνή δίκτυα, ακόμη και οι τρομοκρατικές οργανώσεις, βρήκαν ιδιαίτερα πρόσφορο το ψηφιακό περιβάλλον για να οργανώσουν λαθρεμπόριο αρχαιοτήτων. Αναζητούν πελάτες μέσω του Facebook, του WhatsApp και του eBay δημιουργώντας «σελίδες» με πολλές χιλιάδες viewers, όπως αναφέρει στην εφημερίδα Le Monde η ανθρωπολόγος Κέιτι Πολ, συν-διευθύντρια του ATHAR Project (Antiquities Trafficking and Heritage Anthropology Research). Το 2019 εντοπίστηκαν μέσω του ATHAR 90 ομάδες (group) στο Facebook που σχετίζονταν με το παράνομο εμπόριο έργων πολιτισμού, οι οποίες διέθεταν περίπου 300.000 χρήστες. «Σήμερα πρέπει να έχουμε φτάσει τις 130 ομάδες και περίπου μισό εκατομμύριο μέλη», συμπληρώνει.